Περιοδικό

Μουσείο βινυλίου στη Λήμνο

Μουσείο βινυλίου στη Λήμνο

του Θ. Δημητριάδη

 Είναι της μόδας. Σε πολλούς δήμους έχουν φτιάξει μουσείο-συλλογή δίσκων βινυλίου και μηχανημάτων αναπαραγωγής ήχου μιας άλλης εποχής (γραμμόφωνα κλπ.), τότε που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα και τα πρώτα τζουκ-μποξ. Ήταν η εποχή της ξενιτιάς και στην Ελλάδα κυριαρχούσε το ελαφρό και το λαϊκό τραγούδι. Ακούγαμε τότε Μίμη Πλέσσα, blues, μπαλάντες, soul κλπ.

Οι δίσκοι προέρχονται συνήθως από προσωπικές δωρεές ιδιωτών συλλεκτών και περιλαμβάνουν σπάνια πλέον κομμάτια. Ο λόγος που παρακινεί τους συλλέκτες να δωρίζουν τους δίσκους σε δημόσιες συλλογές και μουσεία είναι η αγάπη τους προς τις συλλογές, η επιθυμία να γίνουν γνωστοί από κοντά στο ευρύ κοινό και να υπάρχει ένας κατάλληλος χώρος φροντίδας και συντήρησης τους.

Στη Λήμνο υπάρχουν αρκετοί δίσκοι βινυλίου, κυρίως στους ραδιοφωνικούς σταθμούς, αλλά και σε ιδιώτες. Μπορεί σήμερα οι σταθμοί αυτοί να μεταδίδουν προγραμματισμένα και ηλεκτρονικά από αρχείο, όταν όμως πρωτοεμφανίστηκαν η μουσική και τα τραγούδια που έπαιζαν ήταν αποκλειστικά από δίσκους. Το ΡΑΔΙΟ ΑΛΦΑ για παράδειγμα, έχει πάνω από 350 δίσκους 33 στροφών και πάνω από 150 παλιότερους 45 στροφών.

Τα παλιά τραγούδια που περιλαμβάνουν είναι πάνω από 8.000, στην πλειοψηφία τους ελληνικά λαϊκά..

Οι δίσκοι αυτοί δεν έχουν μόνον μουσική αξία, αλλά και οπτική. Αποτελούν την ιστορία του τραγουδιού στην Ελλάδα, ακόμα και μόνον από το εξώφυλλό τους, με σπάνιες φωτογραφίες.

Δεν είναι δύσκολο να γίνει ένα τέτοιο μουσείο βινυλίου στο νησί μας. Μπορεί να το φιλοξενήσει ο Δήμος ή κάποια άλλη δημόσια υπηρεσία και θα είναι κάτι μοναδικό, που θα ελκύει επισκέπτες όλο το χρόνο.

 

Οι δίσκοι βινυλίου LP (Long Play) ή δίσκοι 33 στροφών είναι ένα είδος φωνογραφικού αποθηκευτικού υλικού, που χρησιμεύει ως μέσο αποθήκευσης και αναπαραγωγής αναλογικού ήχου. Τους κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην αγορά η Columbia Records το 1948 και υιοθετήθηκαν σύντομα ως νέο πρότυπο από το σύνολο της δισκογραφικής βιομηχανίας. Κατά την αναπαραγωγή του ο δίσκος LP περιστρέφεται με 33 στροφές/λεπτό (ακριβέστερα με 33⅓), εξ ού και η εναλλακτική ονομασία “δίσκος 33 στροφών”.

Οι παλιότεροι ασφαλώς θυμούνται την εικόνα με ένα σκυλάκι δίπλα σε ένα γραμμόφωνο και την επιγραφή His Masters Voice.

Μπορεί το streaming και η ψηφιακή αναπαραγωγή μουσικής να αποτελούν τον κανόνα, αλλά οι λάτρεις του βινυλίου ολοένα και αυξάνονται σε αριθμό, με τις πωλήσεις δίσκων να βρίσκονται και εκείνες σε άνοδο.

 

Η εμπειρία χρήσης του πικάπ και των δίσκων εμπλέκει όλες τις αισθήσεις, αφού κάποιος κρατά στο χέρι του ένα δίσκο, τον τοποθετεί στο πικάπ και χειρίζεται απόλυτα την μουσική αναπαραγωγή.

Παλιότερα με το γραμμόφωνο έπρεπε προηγουμένως και να του δώσει δύναμη περιστροφής με μανιβέλα/

Η διαδικασία ακρόασης ενός δίσκου βινυλίου θεωρείται πως είναι μία ιεροτελεστία από μόνη της, με πολλά βήματα που εμπλέκουν μια σειρά από ενέργειες που απαιτούν την πλήρη προσοχή του ακροατή. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί λάτρεις του βινυλίου κάνουν λόγο για καλύτερη και πιο προσεκτική ακρόαση ενός μουσικού προϊόντος σε μορφή βινυλίου από ένα ψηφιακό μέσο. Ο σχεδιασμός με βάση την εμπλοκή όλων των αισθήσεων είναι το άλφα και το ωμέγα μίας επιτυχημένης διαδικασίας. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο που ακόμα και σε μια εποχή όπου η κατανάλωση μουσικής είναι ευκολότερη και πιο προσιτή από ποτέ, το πικάπ και οι δίσκοι βινυλίου παραμένουν υψηλά στις προτιμήσεις των μουσικόφιλων σε όλο τον κόσμο.

 

Όλο και πιο περιζήτητοι γίνονται σήμερα οι παλιοί δίσκοι 45 στροφών, τα γνωστά 45άρια που σημάδεψαν τη μουσική και πάνω σ’ αυτά «πάτησαν» οι μεγάλοι δίσκοι των 33 στροφών. Ήταν τότε που η Αθήνα είχε μόλις 2 εκατομμύρια κατοίκους και παρακολουθούσε τα μεγαλύτερα μουσικά φαινόμενα στην ιστορία του Rock’n’ Roll να παρουσιάζουν τη δική τους επανάσταση μέσα από τις 45 στροφές.

Η πάντα γοητευτικοί μικροί δίσκοι, που γέννησαν τόσες πολλές επιτυχίες έχουν τη δική τους ιστορία και οι συλλέκτες εξακολουθούν να τους ψάχνουν μετά μανίας, καθώς πολλά τραγούδια που βγήκαν σε μικρά δισκάκια ουδέποτε κυκλοφόρησαν σε μεγάλους δίσκους…

Η αγορά στην Ελλάδα κατακλύστηκε για πρώτη φορά από 45άρια στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και το κόστος τους έφθανε τις 22 δραχμές! Η τηλεόραση δεν είχε μπει ακόμη στην ζωή μας και ο κόσμος έτρεχε διψασμένος στα δισκάδικα για ν’ ακούσει τα είδωλά του και να διαλέξει το δισκάκι της προτίμησής του.

Σε ολόκληρη την Ελλάδα υπήρχε μόνο ένα εργοστάσιο παραγωγής δίσκων, του Λαμπρόπουλου στη Ριζούπολη.

Για να κυκλοφορήσει ένας δίσκος, το τραγούδι περνούσε από… 45 κύματα! Τα τραγούδια που τυπώνονταν είχαν σχεδόν εξασφαλισμένη επιτυχία κι έτσι πολλοί αξιόλογοι καλλιτέχνες έμειναν στην αφάνεια.

Τα 45άρια παίζονταν σε μονοφωνικά πικαπάκια Philips και Tepaz που το μέγεθός τους ήταν ιδανικό για τα αυθόρμητα πάρτι της εποχής σε κάποια παραλία ή σε κάποιο σπίτι που έλειπαν οι γονείς, ακόμη και σε κάποιο σχολικό διάλειμμα!

Το μεγάλο ερέθισμα όμως στη δεκαετία του ’60 ήταν το ραδιόφωνο, που είχε γίνει της μόδας και είχε τρομακτική ακροαματικότητα με προγράμματα πολύ καλής ποιότητας στα οποία οι εταιρίες δίσκων διαφήμιζαν τις νέες κυκλοφορίες δίσκων 45 στροφών.
Την δημοφιλέστερη εκπομπή «Λεωφορείο η Μελωδία» της Music Box με επιτυχίες των εταιριών Decca, MGM, London, PYE παρουσίαζε ο Νίκος Μαστοράκης.

Την εκπομπή της RCA επιμελείτο ο Σπύρος Καρατζαφέρης που αρκετά χρόνια μετά ακολούθησε πολιτική καριέρα. Επίσης διαφημιστικά προγράμματα είχαν και άλλες δισκογραφικές εταιρίες, όπως η Columbia, η London που περιελάμβανε τις επιτυχίες της MGM, Capitol, Atlantic κ.α.

Μεγάλη συμβολή στις γνώσεις και στον πυρετό των Tops είχε και ο μουσικός Τύπος που έκανε δειλά – δειλά την πρώτη του εμφάνιση όταν ο Νίκος Μαστοράκης καθιέρωσε ένα δισέλιδο μουσικής ανά τεύχος στα δημοφιλή περιοδικά στην Ελλάδα: Θησαυρός, Πρώτο, Φαντασία και το 1961 κυκλοφόρησε την πρώτη μουσική εφημερίδα «Δισκοθήκη» που ήταν τετρασέλιδη και 15νθήμερη.
Το μεγάλο «μπαμ» έγινε δύο χρόνια αργότερα, το 1963, όταν ο Θανάσης Τσόγκας εξέδωσε το καλύτερο και πιο ενημερωμένο έως τότε μουσικό περιοδικό «Μοντέρνοι Ρυθμοί», που κυκλοφορούσε κάθε εβδομάδα. Στην ύλη του περιείχε μεταξύ άλλων θεμάτων, το τοπ – 50 με ξένα τραγούδια και ελληνικά ποπ συγκροτήματα διαμορφωμένο σύμφωνα με τις πωλήσεις των 45αριών.
Επίσης οι «Μοντέρνοι Ρυθμοί» περιείχαν σελίδες με νέα, φωτογραφίες, έγχρωμες και ασπρόμαυρες, στίχους ξένων τραγουδιών (αγγλικά γραμμένα στα ελληνικά για να τραγουδιόνται εύκολα) και το hit parade από 8 χώρες της Ευρώπης κάτι που συνέβαλε στην σφαιρικότερη πληροφόρηση των αναγνωστών. Ήταν η εποχή που υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ ξένης και ελληνικής μουσικής η οποία όμως πουλούσε περισσότερο με τα μεγάλα ονόματα που διέθετε και σηματοδότησαν την χρυσή εποχή του ελληνικού τραγουδιού.
Οι «Μοντέρνοι Ρυθμοί» σταμάτησαν να κυκλοφορούν στα τέλη του 1968, λόγω δικτατορίας…

Η μεγάλη άνθηση στις πωλήσεις των 45αριών ήταν η χρυσή διετία 1965-66. Η τηλεόραση έχει εισβάλει πια στην Ελλάδα το 1967. Στο τέλος του 1968 τα 45άρια δέχονται το μοιραίο χτύπημα, που έρχεται από τους δίσκους των 33 στροφών. Η εξέλιξη της τεχνολογίας και οι νέες ανάγκες παρασύρουν τον κόσμο να αγοράσει καλύτερα πικάπ που τα χρησιμοποιεί με τους δίσκους μεγάλης διάρκειας πια. Τα 45άρια γίνονται αντιεμπορικά πλέον και ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ευκολύνεται πια ν’ αλλάζει κάθε τόσο δίσκο στο πικάπ, άλλωστε τα 45άρια ήταν κατασκευασμένα για άλλου είδους πικάπ, υπήρχε ηχητική διαφορά. Σιγά – σιγά η διάρκεια τραγουδιών μεγαλώνει και οι καλλιτέχνες για ν’ ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις γράφουν τραγούδια για μεγάλους δίσκους πλέον και όχι για μικρούς.

Οι μεγαλύτερες δισκογραφικές εταιρίες στις αρχές του ’60 με 45άρια ήταν οι Λαμπρόπουλος, Ορφανίδης, και Music Box. Επίσης η ανεξάρτητη δισκογραφική «Ίκαρος» έκανε την καλύτερη δουλειά τυπώνοντας δίσκους 45 στροφών που δεν κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα οι άλλες δισκογραφικές της Roulette, Fiddelity, αλλά και δίσκους των Μάνου Χατζιδάκι, Νάνας Μούσχουρη και ελαφρά τραγούδια.

Οι εταιρίες που προώθησαν τους μεγάλους δίσκους από το 1964 ως στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν οι: Λύρα, Μίνως Μάτσας, Ορφανίδης (με ιταλικό κυρίως ρεπερτόριο) και ο Λαμπρόπουλος της Κολούμπια (με διάφορα είδη μουσικής).

Το 1974 γίνεται η πρώτη μεγάλη διεθνής ανατίμηση πετρελαίου κι έτσι η αγορά πρώτων υλών για δίσκο είναι πολυτέλεια στην Ελλάδα. Γι’ αυτό ο Λαμπρόπουλος αγοράζει υπέρογκο αριθμό 45αριών στην εξευτελιστική τιμή της 1 δραχμής το ένα, τα λιώνει στα καζάνια κι έτοιμοι οι νέοι μεγάλοι δίσκοι της Μαρινέλλας, του Καζαντζίδη, της Μούσχουρης και των άλλων καλλιτεχνών!
Τα 45άρια μπήκαν βέβαια αργότερα σε μεγάλους δίσκους με συλλογές τραγουδιών, αλλά στις περισσότερες από αυτές που κυκλοφόρησαν και κυκλοφορούν υπάρχουν τα ίδια και τα ίδια τραγούδια με αποτέλεσμα πολλά καλά τραγούδια να εξαφανιστούν…

Το μουσικό αδιέξοδο της δεκαετίας του ’80 οδηγεί πολύ κόσμο να ψάχνει παλιούς δίσκους και παρατηρείτε το φαινόμενο να «σκαρφαλώνουν» στα Top μεγάλες επιτυχίες των 45 στροφών όπως το «Stand By Me» του 1961 με τον Ben E. King ή το «When A Man Loves A Woman» του 1966 με τον Percy Sledge και βέβαια σημαντική συμβολή έχει η αναβίωση του Rock’n’Roll της δεκαετίας του ’50 που βρίσκει μεγάλη απήχηση στους νέους.

Οι δίσκοι 45 στροφών βρίσκονται δύσκολα πια στις μέρες μας γιατί ποτέ δεν έγιναν επανεκδόσεις τους, ενώ έχουν μείνει λίγα γιατί σε μεγάλο αριθμό καταστράφηκαν. Επίσης υπάρχουν πολλά 45άρια σε αποθήκες, ξεχασμένα, μέχρι να πεταχτούν στα σκουπίδια. Η μόνη παρηγοριά για τους συλλέκτες τους είναι κυρίως το Μοναστηράκι. Τα περισσότερα είναι πολυπαιγμένα και χωρίς προστατευτικά φακελάκια και αν καμιά μέρα εμφανιστούν κάποια καλά κομμάτια γίνονται ανάρπαστα. Η αξία τους ανεβαίνει κατακόρυφα όταν έχουν εξωφυλλάκια και φυσικά εάν είναι καλομεταχειρισμένα.

Τα 45άρια ελληνικής κατασκευής έχουν μεγάλη ζήτηση σε χώρες όπως η Αγγλία, Αμερική, Ιταλία με καλλιτέχνες όπως οι Elvis Presley, Connie Francis, Kinks, Yardbirds κ.α. όπου εκεί κοστίζουν διπλάσια τιμή από ένα 45άρι των χωρών αυτών. Επίσης μεγάλη ζήτηση στους συλλεκτικούς κύκλους του εξωτερικού έχουν δίσκοι 45 στροφών συγκροτημάτων ποπ και ροκ των 60’ς και 70’ς.
Αν λοιπόν έχετε κάποια τέτοια, μην τα πετάξετε, μπορεί κάποια μέρα να βρείτε σε τιμή ευκαιρίας ένα juke-box ή ένα πικαπάκι από εκείνα που γίνονταν τα θρυλικά εκείνα πάρτι…!

Κι αν θέλετε να κάνετε ένα δώρο για τις επόμενες γενιές, να το βλέπει, να το θαυμάζει και να μαθαίνει την ιστορία του τραγουδιού στην Ελλάδα, δωρίστε τους δίσκους σας στον Δήμο ή κάποια Δημόσια Υπηρεσία της Λήμνου, εκεί όπου θα τους αξιοποιήσουν, θα τους συντηρήσουν και θα είναι ασφαλείς. Θα συμβάλετε ώστε η Λήμνος, εκτός από το αρχαιολογικό μουσείο, τα λαογραφικά μουσεία και το Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης και σπογγαλιείας, να αποκτήσει ένα ακόμα μουσείο, μοναδικό, το Μουσείο Βινυλίου.

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button