Περιοδικό

Ένα παιδί της Κατοχής θυμάται

Ένα παιδί της Κατοχής θυμάται

Ο συνταξιούχος δάσκαλος Γιάννης Παξιμαδάκης, που ήταν μικρό παιδί στην Κρήτη στην Κατοχή, αφηγήθηκε την ιστορία της ζωής του στην εγγονή του Ολυμπία Λιάκου και η μικρή την έκανε διήγημα, που βραβεύτηκε φέτος στον Διαγωνισμό Διηγήματος:

Το διήγημα της Ολυμπίας Λιάκου, που κέρδισε το 1ο βραβείο στον 7ο Ηλεκτρονικό διαγωνισμό διηγήματος της Εθελοντικής Ομάδας Ν. Πιερίας «Ο τόπος μου», στην κατηγορία των μαθητών Γυμνασίου, αναδημοσιεύεται εδώ με άδεια της δημιουργού. Περιλαμβάνεται στην έκδοση με τα νικητήρια διηγήματα που εξέδωσε η Εθελοντική Ομάδα (φέτος τα έξοδα της εκτύπωσης κάλυψε ο Δήμος Κατερίνης). Είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, στην αληθινή ιστορία ενός παιδιού της Κατοχής, του παππού της Ολυμπίας, του συνταξιούχου δασκάλου Γιάννη Παξιμαδάκη.

 

«Ξύπνησα από τους βομβαρδισμούς και τις σειρήνες. Η μάνα μου έκλαιγε και παρακαλούσε γονατιστή τον Θεό να μας προστατέψει. Κυρίως εμένα, τον μοναχογιό της. Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Το χωριό είχε γεμίσει με καπνούς, οι άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι χωρίς να ξέρουν πού να πάνε για να γλιτώσουν. Τα παιδιά φώναζαν και οι μανάδες τους ακόμα περισσότερο. Πήγα να βγω έξω κι εγώ, μα η γιαγιά με σταμάτησε:
«Πού πας εσύ, μικιό;»
«Πάω έξω, να δω γιατί τρέχουν».
«Δεν θα πας πουθενά. Είναι πολύ επικίνδυνο!»
«Κι αν έχει χτυπήσει κάποιος;» ρώτησα όλος έγνοια.
Η γιαγιά χαμογέλασε, δεν περίμενε ότι θα πω κάτι τέτοιο. Ένιωσα ότι όση ώρα με κοιτούσε σκεφτόταν από μέσα της πόσο καλό παιδί είμαι και πόσο με καμαρώνει. Μετά από δύο λεπτά το χαμόγελό της σβήστηκε από τα χείλη της. Το πρόσωπό της, τα μάτια τα σκοτείνιασαν. Δεν την είχα ξαναδεί τόσο θλιμμένη αλλά και οργισμένη συγχρόνως. Έπειτα από λίγα λεπτά σιωπής μού είπε:
«Γιάννο μου», έτσι με φώναζε χαϊδευτικά, «θέλω να μου κάνεις μια χάρη, αγόρι μου».
«Ό,τι θες, γιαγιά».
«Θέλω, παιδί μου, να μην βγεις καθόλου έξω αυτές τις μέρες. Κυρίως όταν ακούς
αεροπλάνα και σειρήνες δεν θα ανοίγεις ούτε την πόρτα. Εντάξει;»
«Εντάξει, γιαγιά, μην φοβάσαι, δεν θα βγω, αλλά γιατί;»
«Αχ… Καλά κάνεις και ρωτάς. Ακόμα κι εσείς τα παιδιά σιγά σιγά να μαθαίνετε την
αλήθεια».
«Ποια αλήθεια; Δεν καταλαβαίνω».
«Μην βιάζεσαι. Όλα θα στα πω. Λοιπόν… Σου απαγόρευσα να βγεις έξω για λίγες μέρες, γιατί φοβάμαι μήπως πάθεις κάτι και μας βρει κάνα κακό».
«Τι να πάθω, βρε γιαγιά, τι λες τώρα;»
«Ξέρω εγώ τι σου λέω. Οι καπνοί, τα αεροπλάνα, οι φωνές και οι πυροβολισμοί είναι γιατί οι Γερμανοί κατέλαβαν το νησί μας. Ο πόλεμος έφτασε κι εδώ».
«Το νησί μας; Την Κρήτη μας; Πόλεμο; Τι λογιώ; Πόλεμο που παίζουμε στο σχολείο με τις πέτρες;»
«Κάπως έτσι. Μόνο που με τους μεγάλους είναι διαφορετικός, πιο σκληρός, πιο δύσκολος, πιο βίαιος».

«Δηλαδή, μικρά παιδάκια σαν κι εμένα δεν μπορούν να παίξουν;»
«Λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω, όμως ο πόλεμος δεν είναι παιχνίδι στο οποίο μπορούν να συμμετέχουν μικρά παιδιά σαν κι εσένα».
«Μα εμείς…»
«Άλλο εσείς τι παίζετε στο σχολείο. Εσείς το κάνετε για να διασκεδάσετε και να περάσετε όμορφα, χωρίς όμως κάποιος να χτυπήσει. Ο πόλεμος για τους μεγάλους έχει διαφορετική σημασία».
«Τι εννοείς;»
«Θέλω να πω ότι όταν οι μεγάλοι πολεμούν σκοτώνουν ο ένας τον άλλο, χωρίζουν τις οικογένειες. Κι όλα αυτά γιατί γίνονται; Για το καπρίτσιο των δυνατών. Για να γίνουν αυτοί κυρίαρχοι του κόσμου. Χιλιάδες παλικάρια θυσιάζονται κι από τις δύο μεριές. Επειδή κάποιοι είναι οι κατακτητές, δεν σημαίνει ότι δεν έφυγαν κι αυτοί απ’ τις μανάδες τους ή ότι θέλουν να πολεμήσουν. Δεν το κάνουν για να σώσουν τις οικογένειές τους, τη χώρα τους. Όχι! Το κάνουν γιατί έτσι τους είπαν, γιατί είναι εντολή των ισχυρών και πρέπει να υπακούσουν».
Δεν είπα τίποτα. Είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι συνέβαινε κάτι τέτοιο. Το βράδυ στο κρεβάτι μού έρχονταν ξανά και ξανά στον νου μου τα λόγια της γιαγιάς μου. Δεν με έπιανε ύπνος. Τότε από το δωμάτιο της μάνας μου άκουσα κάτι απροσδιόριστο. Σηκώθηκα και στις μύτες των ποδιών μου στάθηκα έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου της. Στο κρεβάτι της ήταν απλωμένα γράμματα και στα χέρια της κρατούσε τη φωτογραφία ενός στρατιώτη. Με δάκρυα στα μάτια τη φίλησε, την ακούμπησε στο στήθος της και άρχισε να κλαίει δυνατά, με αναφιλητά. Η μάνα μιλούσε στη φωτογραφία. Δεν καταλάβαινα τα λόγια της. Τα έπνιγαν τα αναφιλητά. Άρχισα να υποψιάζομαι. Ήξερα ότι ο μπαμπάς πήγε να πολεμήσει κάπου μακριά. Ήξερα ότι έστελνε γράμματα. Δεν ήξερα ακόμη να διαβάζω, δεν ήξερα τι έγραφε, ήξερα μόνο ότι είναι ήρωας και θα γυρίσει πίσω νικητής. Κάθε μέρα ρωτούσα το πότε, αλλά κανείς δεν μου απαντούσε. Έσπρωξα δειλά δειλά την πόρτα και μπήκα μέσα. Πήγα πίσω της και της έκανα μια μεγάλη αγκαλιά. Ήθελα να της δείξω ότι κατάλαβα, ότι είμαι εγώ δίπλα της τώρα. Προσπάθησε να κρύψει τα υγρά της μάτια.
«Μαμά, γιατί κλαις;» τη ρώτησα ψιθυριστά και γλυκά.
«Μην ανησυχείς, αγόρι μου. Είμαι καλά, απλώς ένα σκουπιδάκι…»
Τη διέκοψα πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη δικαιολογία της.
«Σε παρακαλώ, πες μου την αλήθεια. Κατάλαβα. Ξέρω!»
«Τι ακριβώς ξέρεις εσύ, μικιό; Και γιατί δεν είσαι στο κρεβάτι σου;»
«Ξέρω ότι πολλά βράδια κλαις. Διαβάζεις ξανά και ξανά τα γράμματα του μπαμπά και φιλάς τη φωτογραφία του. Δεν θα γυρίσει, έτσι δεν είναι;»

Έκανε μια παύση, σήκωσε αργά αργά το βλέμμα της και με κοίταξε μέσα στα φωτισμένα από την αγωνία μάτια.
«Ο μπαμπάς σου έφυγε για το μέτωπο για να πολεμήσει για την Ελλάδα. Στα γράμματά του μου λέει πόσο δύσκολα είναι τα βράδια του χωρίς εμάς. Πόσο κρυώνει και πεινάει. Πόσο του λείπουμε. Αλλά και πόσο περήφανος είναι για τον αγώνα του, για την εκπλήρωση του χρέους του απέναντι στην πατρίδα. Να ξέρεις ότι κάθε φορά που πρέπει να ρίξει μια σφαίρα φωνάζει «για το κοπέλι μου!». Όμως, δεν μας έχει στείλει γράμμα εδώ και αρκετούς μήνες κι ανησυχώ. Γι’ αυτό κλαίω. Ο πόλεμος στην Αλβανία τελείωσε, οι Γερμανοί κατέλαβαν ήδη το νησί μας κι αυτός δεν γύρισε. Είμαστε εγώ, εσύ κι η γιαγιά σου μόνοι μας ανάμεσα σε τόσους Γερμανούς και Ιταλούς, αβοήθητες κι απροστάτευτες. Φοβάμαι. Ο νους μου πάει στο κακό, αλλά δεν θέλω να το παραδεχτώ».
Τα μάτια μας είχαν βουρκώσει, ξεχείλισαν δάκρυα. Κούρνιασα στην αγκαλιά της. Ήταν όπως το είχα υποψιαστεί. Δεν ήθελα να το δεχτώ. Όχι, ο μπαμπάς είναι ζωντανός και θα γυρίσει σώος στο σπίτι. Ο ύπνος εκείνο το βράδυ με πήρε δύσκολα, αλλά μου έφερε το πιο όμορφο όνειρο. Ονειρεύτηκα τον πατέρα. Είδα ότι ήταν Χριστούγεννα, ότι ήμασταν όλοι μαζί στο σπίτι. Η μαμά με τη γιαγιά ετοίμαζαν το φαγητό κι εγώ με το μπαμπά φτιάχναμε ένα ξύλινο καραβάκι. Απέξω ακούγονταν κάλαντα στις γειτονιές. Εγώ θαύμαζα τον πατέρα και τη μαεστρία του στις κατασκευές… Το πρωί ξύπνησα με την εικόνα του στον νου μου. Δεν ήξερα ποια ήταν τα συναισθήματά μου. Το όνειρο ήταν γλυκό, αλλά ήταν όνειρο… Ο μπαμπάς δεν είχε επιστρέψει.

Το μεσημέρι στο τραπέζι ήθελα να μιλήσω, αλλά δίσταζα. Τρώγαμε κι οι τρεις σιωπηλά τα ταπεινά μας βλίτα, ευχαριστώντας την καλή μας τύχη που είχαμε ακόμα τη γη μας να μας προσφέρει τροφή. Τη σιωπή διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα. Έτρεξα να ανοίξω κι αντίκρισα έναν μικρόσωμο άνδρα, με ρυτιδιασμένο πρόσωπο κι ένα μεγάλο κατάλευκο τσιγκελωτό μουστάκι. Ήταν ο Μανολιός, ο ταχυδρόμος. Με βαθιά, κουρασμένη, τρεμάμενη αλλά φιλική και παιχνιδιάρικη φωνή μού είπε:
«Γεια σου, Γιάννο! Είναι μέσα το Ρηνιώ;»
«Ναι, στάσου ένα λεφτό να τη φωνάξω»
Η μαμά γεμάτη αγωνία έτρεξε στην πόρτα.
«Ορίστε, Ρηνιώ, έχω ένα γράμμα για σένα», και της έδωσε ένα μεγάλο μπεζ φάκελο με γραμματόσημα και σφραγίδες που δεν έμοιαζε με αυτούς που έπαιρνε από το μέτωπο.
Φαινόταν κάτι επίσημο. Υποψιάστηκε πως το γράμμα θα είχε κάποιο κακό μαντάτο, γι’ αυτό ήταν μέσα σε έναν τόσο επίσημο φάκελο κι όχι σαν αυτούς που μας έστελνε ο μπαμπάς. Έτρεξε στο δωμάτιό της να το διαβάσει. Από την ώρα που κλείστηκε στην κάμαρή της δεν βγήκε από κει. Είχε φτάσει το βράδυ και δεν ήρθε ούτε να φάει ούτε να πιει. Είχα αρχίσει να ανησυχώ, δεν ήξερα ποιο να ήταν το περιεχόμενο του γράμματος, όμως πρέπει να τάραξε πολύ τη μαμά. Η γιαγιά είδε την ανησυχία μου και αποφάσισε να πάει να της μιλήσει.
«Τι έχεις, κόρη μου, και κλαις;»

«Δεν θα ξανάρθει, μάνα. Δεν θα τον ξαναδώ, δεν θα τον ξαναφιλήσω», είπε και ξέσπασε σε λυγμούς.
«Ποιος, μάτια μου;»
«Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ο άντρας μου, ο γιος σου δεν θα γυρίσει πίσω».
Η γιαγιά έμεινε αποσβολωμένη. Πήρε το γράμμα και το διάβασε: «Ο Π. Κρητικός έπεσε μαχόμενος υπέρ πατρίδος στη μάχη της Κλεισούρας 14-02-1941». Η γιαγιά δεν μίλησε, τα μάτια της άρχισαν να ξεχειλίζουν από τα δάκρυα, δεν το έδειξε όμως.
«Τι θα κάνω, μάνα; Πώς θα το πω στον Γιάννο; Δεν μπορώ να του το κρύψω».
«Σώπασε, σώπασε. Μην ανησυχείς. Είμαι εγώ εδώ», της είπε προσπαθώντας να έχει ήρεμη φωνή και να σκουπίσει τα κόκκινα, δακρυσμένα μάγουλά της.
Καθόμουν σιωπηλός πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα και άκουγα. Μόλις συνειδητοποίησα ακριβώς αυτό που άκουσα, έτρεξα στο δωμάτιό μου και κλειδώθηκα. Κλείστηκα εκεί μέσα και δεν βγήκα ούτε λεπτό. Έκλαιγα, έκλαιγα ασταμάτητα. Σαν τα μάτια μου να είχαν αντικατασταθεί από δύο ανοιχτές βρύσες με χαλασμένες βάνες. Ήμουν τόσο μπερδεμένος. Δεν ήξερα τι έπρεπε να σκεφτώ. Από τη μια θαύμαζα τον πατέρα μου γι’ αυτό που κατόρθωσε. Δεν είναι και λίγο να σκοτώσεις τόσους εχθρούς μόνος σου. Τον έβλεπα σαν ήρωα. Ήμουν κατά κάποιο τρόπο χαρούμενος, γιατί θα έλεγα σε όλους με καμάρι ότι ο μπαμπάς μου είναι ένας ήρωας. Από την άλλη, όμως, θύμωνα και τα ’βαζα με τον Θεό. Σκεφτόμουν: «Ήταν ανάγκη να φύγει ο δικός μου ο πατέρας; Γιατί όχι των άλλων παιδιών,
γιατί ο δικός μου; Δεν είναι δίκαιο! Εγώ είμαι ο μοναδικός στο χωριό χωρίς αδέρφια. Τα υπόλοιπα παιδιά έχουν μεγαλύτερο αδερφό που θα τους βοηθάει και θα τους προσέχει! Εγώ; Εγώ ποιον θα έχω; Τη γίδα μας που θα βάζει μπροστά τα κέρατα;»

Πέρασαν πολλές βδομάδες και όλα ήταν ήρεμα. Είχαμε αποδεχτεί πια ότι ο μπαμπάς είναι νεκρός. Ένα πρωί όμως έγινε κάτι αναπάντεχο. Την ώρα που τρώγαμε πρωινό, ακούσαμε πολλούς συνεχόμενους δυνατούς χτύπους στην πόρτα. Τρομοκρατημένη η γιαγιά πλησίασε διστακτικά την πόρτα για να ανοίξει κι έτρεξα κι εγώ δειλά από πίσω της. Αυτό που αντικρίσαμε μας άφησε άφωνους. Δύο παλικάρια, δύο Ιταλοί. Φορούσαν στολές και κρατούσαν στα χέρια τους έναν τραυματισμένο στρατιώτη. Ήταν πληγωμένος, ανήμπορος, γεμάτος αίματα. Οι εκφράσεις και τα μάτια του έδειχναν πόσο πονούσε και με πόση δυσκολία στεκόταν όρθιος.
«Ελάτε μέσα γρήγορα, παιδιά μου, μην στέκεστε εκεί έξω. Θα σας βοηθήσω όπως μπορώ», είπε η γιαγιά δίχως να χάσει χρόνο.
Μέσα σε μισή ώρα ο ταλαιπωρημένος νεαρός κοιμόταν ήρεμα στον καναπέ, οι πληγές του ήταν τυλιγμένες με πανιά και οι άλλοι δύο έτρωγαν το φαγητό που είχε φτιάξει η γιαγιά.
Εκείνη όμως δεν την ένοιαζε. Καθόταν μονάχα αμίλητη και κοιτούσε τον στρατιώτη που κοιμόταν. Τον χάζευε σαν να ήταν μικρό μωρό στην κούνια του, σαν να ήταν ο γιος που έχασε. Δεν την ενδιέφερε ότι ήταν Ιταλός, ότι ήταν ο εχθρός. Όταν έφτασε το βράδυ κι ήρθε η ώρα να φύγουν, η γιαγιά δεν τους άφησε:

«Δεν μπορείτε να φύγετε τώρα. Θα σας φιλοξενήσουμε εδώ απόψε. Ξέρω πως το σπίτι μας δεν είναι πολύ μεγάλο αλλά…».
«Ντεν μπορεί μείνει άλλο. Πρέπει φύγει τώρα», είπε ο ένας ευγενικά, σε σπασμένα ελληνικά.
«Δεν δέχομαι αντίρρηση. Είστε κουρασμένοι κι ο τραυματισμένος συμπατριώτης σας δεν μπορεί να μετακινηθεί».
Είμαι σίγουρος πως σκεφτόταν ότι για πολύ καιρό τώρα δεν θα έχουν κοιμηθεί και φάει καλά και της θύμιζαν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πέρασε τις τελευταίες μέρες του ο μπαμπάς. Γι’ αυτό άλλωστε επέμενε τόσο. Ήθελε να περιποιηθεί αυτούς, αφού ο δικός της γιος δεν θα γυρίσει πίσω ποτέ…
«Grazie mille, signora…».
«Κανένας κόπος, γιόκα μου», είπε η γιαγιά γλυκά πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του.
Το επόμενο πρωί έφαγαν πρωινό και πριν φύγουν επέμεναν να μας βοηθήσουν με τις δύσκολες δουλειές, για να ξεπληρώσουν το καλό που τους έκανε η γιαγιά. Έτσι, αφού έκοψαν και κουβάλησαν μερικά ξύλα, μας ευχαρίστησαν ξανά κι έφυγαν.

Το ίδιο βράδυ, καθώς γυρνούσαμε με τη γιαγιά από την πλατεία, είδαμε κάποιους Ιταλούς στρατιώτες να προμηθεύονται ψωμιά από τον φούρνο που είχαν καταλάβει. Πρέπει να ήταν φρεσκοψημένα, γιατί η μυρωδιά τους μού είχε σπάσει τη μύτη. Τους έβλεπα να τα βάζουν στα σακιά και μου έτρεχαν τα σάλια. Τα κοιτούσα σαν να ήταν το πιο ποθητό πράγμα στη ζωή μου. Ένας νεαρός είδε πως τα λιμπιζόμουν, γι’ αυτό αποφάσισε να μου δώσει ένα. Όταν πλησίασε και είδα καθαρά το πρόσωπό του, αμέσως κατάλαβα. Ήταν ο τραυματισμένος Ιταλός που φρόντισε η γιαγιά. Τον ευχαρίστησα με ένα πλατύ χαμόγελο και άρχισα να τρώω. Η καημένη η γιαγιά προσπαθούσε κι αυτή να τσιμπήσει κάτι ψιχουλάκια. Δεν ήθελε όμως να μου το στερήσει. Την είδε ο στρατιώτης και αμέσως έδωσε και σ’ εκείνη ένα.
«Να ’σαι καλά, παλικάρι μου! Με το καλό να γυρίσεις στη μάνα σου!» του είπε με τον πιο γλυκό τόνο στη φωνή της.
Κι εκείνος της το ανταπέδωσε με ένα λαμπερό χαμόγελο σαν το δικό μου.

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι κι οι εχθροί τελικά είναι άνθρωποι. Η γιαγιά είχε δίκιο. Ούτε εκείνοι ήθελαν να φύγουν και να έρθουν να πολεμήσουν. Αναγκάστηκαν να υπακούσουν τους δυνατούς, να αφήσουν τις οικογένειές τους και να ριχτούν στον πόλεμο, μόνο και μόνο γιατί έτσι ήθελαν κάποια ισχυρά πρόσωπα της εξουσίας. Εξάλλου, αυτό δεν γίνεται πάντα;».

(η φωτογραφία έχει τίτλο Ιταλοί στρατιώτες στην Ανατολική Κρήτη και προέρχεται από την πηγή: https://www.patris.gr/2019/02/26/foto-imeras-italoi-stratiotes-stin-anatoliki-kriti/

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button