Περιοδικό

Τριάντα χρόνια χωρίς τον Γιάννη Ρίτσο

της Δεσπ. Παπαδοπούλου

11/11/1990 –11/11/2020:Τριάντα χρόνια χωρίς τον Γιάννη Ρίτσο

«άνεμε που με γύμνωσες,

μου ‘γινες το μοναδικό μου ρούχο»

Μονόχορδα 1979

Νοέμβρης 2020. Μήνας βαρύς κι εμείς  διανύουμε την δεύτερη φάση  του απαγορευτικού κυκλοφορίας(lock down), δηλαδή της απαγόρευσης  των πάσης φύσεως αυθόρμητων συναντήσεων, συναθροίσεων, επαφών και εκ του σύνεγγυς συνομιλιών. Η κυκλοφορία μας λοιπόν είναι  πολύ περιορισμένη και εκ των προτέρων προσχεδιασμένη αλλά και καταγεγραμμένη είτε σε μήνυμα (sms),  είτε σε έντυπη φόρμα και βεβαίως υπογεγραμμένη. Με την μάσκα (απαραίτητο συμπλήρωμα της ενδυμασίας επί τη εμφανίσει), όχι ανά χείρας αλλά φορεμένη σωστά, να καλύπτει την μύτη και το στόμα. Κι όλα αυτά είναι μία στάση άμυνας και προφύλαξης  απέναντι στον επικίνδυνο, αλαζονικό ιό, (εξάλλου το σκηνικό το έχουμε ξαναζήσει τον περασμένο Μάρτη- Απρίλη),  μια καθημερινότητα που αποδεχόμαστε όσο  περιοριστική και δυσβάσταχτη κι αν είναι.  Νιώθουμε κάπως σαν να  ακροβατούμε σε τεντωμένο σχοινί, απ’ τη μια να κρατήσουμε αποστάσεις και συγχρόνως να μην χάσουμε την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά μας. Ας  είμαστε έτοιμοι λοιπόν, «με ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας»  γιατί θα ξανασυναντηθούμε.

Υπάρχει όμως κάτι που δεν μπορεί να το περιορίσει καμιά καραντίνα και κανένας περιορισμός κι αυτό είναι το μυαλό, η σκέψη, η φαντασία, το νοερό ταξίδι, η μνήμη. Κι  ενώ ο χώρος του σπιτιού μας  νιώθουμε να  μάς στενεύει, εκεί που το σπίτι μοιάζει  με περίκλειστη  φυλακή, περιφραγμένη από αόρατα κάγκελα και τείχη που υψώνονται γύρω μας, την ίδια στιγμή το μυαλό μας δεν φυλακίζεται, είναι ζωντανό, δραστήριο, νεανικό κι ατίθασο  και πάντα  «βίγλα αψηλή στα φρένα μας η μνήμη», όπως λέει ο Νίκος Καζαντζάκης.

Έτσι λοιπόν ας αφήσουμε τη μνήμη- οδηγό να μας πάει τριάντα χρόνια  πίσω, να θυμηθούμε ότι ήταν 11 του Νοέμβρη του 1990,  που «μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές» γιατί λύγιζε κι έγερνε στη γη ο μέγας «κέδρος» της ελληνικής ποίησης στον 20ο αιώνα, ο Γιάννης Ρίτσος. Γεννήθηκε στην Μονεμβασιά την πρωτομαγιά του 1909 για την οποία λεει:

«Κυρά Μονοβασιά μου, πέτρινο καράβι μου.

Χιλιάδες οι φλόκοι σου και τα πανιά σου.

Κι όλο ασάλευτη μένεις

να με αρμενίζεις μες στην οικουμένη» (Τρίστιχα Γ’  Αθήνα 31/3/1982).

Ο Γιώργος Π. Σαββίδης στην εισήγησή του για την ανάδειξη του ποιητή σε διδάκτορα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης λέει:

«…με το έργο του εισήλθε σε όλα τα ορατά και νοητά, άντλησε από το βάθος του χρόνου και το πλάτος του κοινωνικού χώρου.Εκμεταλλεύτηκε δυναμικά τον πλούτο της νεοελληνικής γλώσσας…μας πλούτισε με πλήθος ταπεινών αντικειμένων «αυτών των μικρών συσσωρευτών της χρήσιμης ανθρώπινης ενέργειας, αυτών των καθημερινών μύθων», καθώς λέει ο ίδιος, δίνοντάς τους φωνή, μεταμορφώνοντας το ευτελές σε μοναδικό. Συμφιλίωσε τους αγώνες για τα καίρια προβλήματα της εποχής μας με την εσωτερική βίωση των πραγμάτων και την αναζήτηση του νοήματος της ύπαρξης…».

Η Χρύσα Προκοπάκη γράφει στην «Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου»:

«Αν κάποιος θα’ θελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό, στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία, στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά. Κι αυτό το «υπαινικτικά» λέει περισσότερα για τη βία του καθεστώτος, τις νοοτροπίες και τη συμβατική ηθική, τους ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς. Με προσωπεία και δάνειες φωνές αρθρώνει την αλήθεια του….Πάνω από εκατό ποιητικές  συλλογές και συνθέσεις, εννέα πεζογραφήματα (μυθιστορήματα τα ονομάζει), τέσσερα θεατρικά, όπως και μελέτες για ομοτέχνους συγκροτούν το κύριο σώμα του έργου του. Πολυάριθμες μεταφράσεις,  χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν την εικόνα του χαλκέντερου δημιουργού…»

Από το πλούσιο,  λοιπόν,  έργο του ποιητή ας θυμηθούμε κάποια αποσπάσματα  που έχουν σχέση με τη Λήμνο, μιας και ο ποιητής είχε εξοριστεί στο νησί μας, στο Κοντοπούλι το 1948-49. Είναι διάχυτη μια  αίσθηση πέτρινης μονότονης βαριάς καθημερινότητας σ’ εκείνες τις δραματικές  συνθήκες πολιτικής εξορίας για τους διακόσιους περίπου εξόριστους στο Κοντοπούλι και άλλους χίλιους στο Μούδρο.

«18 Νοεμβρίου

Κοντοπούλι-Μούδρος. Λίγη ώρα. Ένα μεγάλο ταξίδι.

Το φορτηγό μες στη βροχή. Βλογιοκομμένα τοπία

πίσω απ’ το βρεγμένο τζάμι—οι μυγδαλιές, ένα σπίτι,

δεύτερο σπίτι, ο καπνοδόχος, μουσκεμένα πρόβατα,

δυό παιδιά χέρι-χέρι με τις σχολικές τους τσάντες—–

είχα καιρό να δω παιδιά και δρόμους. Φτάσαμε.

Όσα χέρια μου σφίξαν τα χέρια είναι όρκοι,

Δεν τους σβήνει η βροχή…..» (Ημερολόγια εξορίας Ι).

 

«24 Νοεμβρίου 1948

Πέτρινη μέρα, πέτρινα λόγια.

Κάμπιες ανηφορίζουνε στον τοίχο.

Ένα σαλιγκάρι, κουβαλάει το σπίτι του

βγαίνει στην πόρτα του

μπορεί να σταθεί, μπορεί να φύγει.

Όλα είναι όπως είναι.

Δεν είναι τίποτα.

Το τίποτα δεν είναι μαλακό.

Είναι πέτρινο.» (Ημερολόγια εξορίας ΙΙ)

 

«25 Δεκεμβρίου

Το παράθυρο φέρνει τον ουρανό

σε μικρά τετράγωνα.

Όλα βασανισμένα

Σαν τις γριές που μαζεύουν ραδίκια.

Κι οι πέτρες.

Τέτοιον καιρό γεννήθηκε ο Χριστός;»  (Ημερολόγια εξορίας ΙΙ ).

 

«….Η καρδιά μου σήμερα δε μοιάζει με κανένα σύγνεφο χρυσό που

λαμπαδιάζει στο λιόγερμα

μήτε με κανέναν άγελο που στρώνει το τραπέζι μες στα δέντρα

του Παραδείσου

τινάζοντας με τ’ άσπρα του φτερά τα ψίχουλα των άστρων απ’

τις γενειάδες των παλιών Αγίων.

Τίποτα τέτοιο. Η καρδιά μου είναι τώρα ένα φαρδύ χωματένιο

τσουκάλι

που μπήκε πολλές φορές στη φωτιά

που μαγείρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς

για τους ξωμάχους, για τους περατάρηδες

για τους εργάτες και για τις πικρές μανάδες τους

για τον πεινασμένον ήλιο, για τον κόσμο—ναι, για όλο τον

κόσμο….»

και λίγο παρακάτω:

«…Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει.

Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα

γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα

γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα…» (Καπνισμένο Τσουκάλι, Κοντοπούλι Λήμνου, Φεβρουάριος 1949).

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το ποίημα «Ο Ντίκ». Αναφέρεται στο σκύλο που αγαπούσε πολύ τους εξόριστους του Μούδρου:

«Ο Ντικ»

….Να μην ξεχάσουμε σύντροφοι, το Ντίκ

το φίλο μας το Ντίκ

που γαύγιζε τις νύχτες στην αυλόπορτα άντικρυ στη θάλασσα

 κι αποκοιμιόταν τα χαράματα

στα γυμνά πόδια της Λευτεριάς

με τη χρυσόμυγα του αυγερινού

πάνω στο στυλωμένο αφτί του.

Τώρα ο Ντίκ κοιμάται στη Λήμνο

δείχνοντας πάντα το ζερβί του δόντι.

….ήταν καλός ο Ντίκ

να μην ξεχάσουμε, σύντροφοι, τον Ντίκ,

το φίλο μας τον Ντίκ που σκοτώθηκε στις γραμμές μας

το φίλο μας τον Ντίκ που τον σκότωσαν

γιατί αγάπαγε πολύ τους συντρόφους μας.»  (Μακρονησιώτικα-γράφτηκαν στο κολαστήριο της Μακρονήσου Αύγουστο και Σεπτέμβριο 1949).

Φεύγοντας από τη Λήμνο πηγαίνουμε στην Αθήνα, όπου διαβάζουμε στην «Ανυπόταχτη Πολιτεία»:

«…Είναι βαριά τα σύγνεφα μέσα στη νύχτα

όπως τα μουσκεμένα καραβόσκοινα

Κουλουριασμένα σε μιαν έρημη αποβάθρα. Πού πήγαν τα πλοία;

Πού πήγαν οι άνθρωποι λοιπόν; Πού πήγαν;…»  ( Ανυπόταχτη Πολιτεία, Αθήνα Αύγουστος 1952-Φεβρουάριος 1953)

Στα «Χάρτινα Β» που γράφτηκαν στην Αθήνα από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1973 διαβάζουμε:

«Πικρή κοντινή μοναξιά

του άλλου σώματος

απλησίαστη.

Ά—είπε—-η δική μου μοναξιά

η ολόκληρη

προσηλωμένη στα παπούτσια μου

ή στα νύχια μου

απερίσπαστη

μέσα σ’ εκείνη τη στενή ευρυχωρία

όταν πέφτει το παλτό απ’ την κρεμάστρα

μέσα στα ίδια του τα πάνινα χέρια

αθόρυβο ατραυμάτιστο

ειρωνικό».

Ας περιδιαβούμε λίγο ακόμα στο ανεξάντλητο ποιητικό σύμπαν του Ρίτσου. Διαβάζουμε μια ωραία εικόνα που έρχεται σε αντίθεση με το σκληρό και  πέτρινο τοπίο από τον «Πέτρινο Χρόνο», Μακρόνησος Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1949:

«…Κι η Παναγιά του πόντου φλωροκαπνισμένη απ’ το σούρουπο

να σεργιανάει ξυπόλητη στην αμμουδιά

συγυρίζοντας τα σπίτια των μικρών ψαριών

καρφώνοντας μ’ ένα θαλασσινό σταυρό τη φεγγαρίσια της πλεξούδα…»

 

Η  «Κυρά των Αμπελιών»  είναι ένα εγκώμιο από 24 άσματα που συνθέτουν μια ιδανική προσωπογραφία της διαχρονικής Ελλάδας. Ο Πρεβελάκης γράφει πως «στην Κυρά των Αμπελιών ο Ρίτσος κράζει την πατρίδα με όχι λιγότερα ονόματα από όσα σκαρφίστηκε ο πιστός για να υμνήσει την Παναγιά». Διαβάζουμε κάποια αποσπάσματα:

1.

«Κυρά των Αμπελιών, που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευκόδασου

…………

Κυρά μελαχρινή, που η αντηλιά σού χρύσωσε τα χέρια σαν της Παναγιάς το κόνισμα

…………………………………………………………..

3.

………….Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο

κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί την άγια σπάθα

είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.

………………………………………………………………………………..

11.

Κυρά, Κυρά θαλασσινή και στεριανή με τα λουλουδιασμένα μάγουλα

σφίγγοντας μες στον μπούστο σου την κάψα του Αλωνάρη

πότε κρατώντας στην ποδιά σου ένα καράβι μικροκάραβο

πότε σαν Παναγιά Αιγιοπελαγίτισσα ντυμένη μ’ ένα δίχτυ

να κουβαλάς το σούρπωμα στην κεφαλή σου το πανέρι με τα ψάρια

πότε ντυμένη μ’  αμπελόφυλλα, κυνηγημένη απ’ του ήλιου τις χρυσόμυγες πάνω στ’ αλώνια

ανάβοντας το φίλημα στα λουλουδάκια της μηλιάς

μπατσίζοντας τις λυγαριές με τον αγέρα της τρεχάλας σου……»   

 

Στα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής Πατρίδας» , που γράφτηκαν στο στρατόπεδο  συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων στο Παρθένι της Λέρου στις 16 Σεπτεμβρίου1968, μπορούμε να αναγνωρίσουμε εικόνες γνώριμες και της Λήμνου:

8.

«Πράσινη μέρα λιόβολη, καλή πλαγιά σπαρμένη

Κουδούνια και βελάσματα, μυρτιές και παπαρούνες,

η κόρη πλέκει τα προικιά κι ο νιος πλέκει καλάθια

και τα τραγιά γιαλό γιαλό βοσκάνε τ’ άσπρο αλάτι.»

12.

«Λιγνά κορίτσια στο γιαλό μαζεύουνε τ’ αλάτι

σκυφτά πολύ, πικρά πολύ—το πέλαο δεν το βλέπουν.

Κι ένα πανί, λευκό πανί, τους γνέφει στο γαλάζιο

κι απ’ το που δεν το αγνάντεψαν μαυρίζει απ’ τον καημό του.»

Κι αν σ’ ένα υποθετικό ερώτημα «πού μπορούμε να βρούμε τον Ρίτσο;», ο ίδιος ο ποιητής, λάτρης της εθύτητας, της σαφήνειας και της απλότητας, του ελάχιστου και του ανεξάντλητου μας απαντά:

Το νόημα της απλότητας

«Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε

αν δεν με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,

θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,

θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας….»  (Παρενθέσεις γράφτηκαν το 1946-47)

Φθάνοντας στο τέλος του μικρού αφιερώματος ας μην ξεχάσουμε την σπουδαία παρακαταθήκη που μας άφησε ο ποιητής στο «Επιλογικό» από τη συλλογή «Τα αρνητικά της σιωπής» που γράφτηκαν στο Καρλόβασι Σάμου από τις 29 Ιουνίου ως τις 30 Ιουλίου 1987:

«Να με θυμάστε—είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα

χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,

για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα.

Την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.

Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμφτωχος. Μ’ ένα κρινάκι του αγρού

τις πιο  άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε….»

Αυτός λοιπόν είναι ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος  που, σαν σήμερα, πριν τριάντα χρόνια έφυγε για το ταξίδι το χωρίς  γυρισμό  και  θάφτηκε στη Μονεμβασιά  που τόσο αγάπησε.  Είναι αυτός  ο ποιητής, ο «απαρηγόρητος  παρηγορητής του  κόσμου»  που  γι’ αυτόν

ο  Κωστής Παλαμάς  έγραψε:

«παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσεις»

που στο έργο του Ρίτσου ο Λουί Αραγκόν  αισθάνθηκε «το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυΐας» ,

που ο Πάμπλο Νερούδα όταν πήρε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1972 δήλωσε:

«Ξέρω κάποιον άλλο με περισσότερα προσόντα γι’ αυτή την τιμή: τον Γιάννη Ρίτσο».

Μύρινα 11/11/2020

Δέσποινα Παπαδοπούλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button