Περιοδικό

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ – Θα βγούμε ή θα μπούμε;

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ – Θα βγούμε ή θα μπούμε;

Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης

Μετά από δυο βδομάδες, με τη σταδιακή χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων του σημερινού lockown, λένε ότι θα βγούμε επιτέλους από το τούνελ και τη φυλακή της καραντίνας. Ότι θα ανασάνουμε και θα επανέλθουμε στην “κανονικότητα”.

Σε ποια κανονικότητα;  – Τότε είναι που θα μπούμε στο πραγματικό μαύρο τούνελ!

 

Αυτοί που δεν ήταν στο τούνελ πριν την επιδημία είναι οι Σουηδοί.

Ούτε μπήκαν σε lockdown ούτε θα μπουν ποτέ στο μέλλον.

Καμία επιχείρηση τους δεν χρεοκόπησε, ούτε ένα μαγαζί τους δεν έκλεισε.

Δεν απέλυσαν ούτε έναν υπάλληλο ή εργάτη, αντίθετα, τους έδωσαν μια μικρή αύξηση στους μισθούς και στις συντάξεις.

Κανένας από τους νέους τους δεν ξενιτεύτηκε.

Τα παιδιά τους πήγαιναν και συνεχίζουν να πηγαίνουν κανονικά στο σχολείο.

Έκαναν κανονικά διακοπές φέτος το καλοκαίρι όπως πάντα στη Ρόδο και τα άλλα ηλιόλουστα νησιά μας, και τώρα το χειμώνα τα Σαββατοκύριακα πηγαίνουν για σκι και χειμερινά σπορ.

 

Στη χώρα αυτή, που είναι ακριβώς ίδια σε πληθυσμό με τη δική μας, το κράτος αγαπά τους πολίτες και νοιάζεται γι’ αυτούς.

Φτιάχνει καλούς δρόμους και φαρδιά πεζοδρόμια, ακόμα και ξεχωριστά για τα ποδήλατα. Για να περπατούν με άνεση οι πεζοί, οι μανάδες με τα καροτσάκια τα μωρά, οι ποδηλάτες κι όσοι κάνουν τζόκινγκ.

Έχουν σωστές συγκοινωνίες, χωρίς πουθενά διόδια.

Έχουν νοσοκομεία που τους σέβονται και τους γιατρεύουν όταν αρρωστήσουν.

Έχουν βρεφονηπιακούς σταθμούς από 2 ετών δωρεάν. Άψογα νηπιαγωγεία, σχολεία, πανεπιστήμια, οπότε τα φροντιστήρια δεν τους χρειάζονται.

Τους φροντίζουν όταν είναι μοναχικοί και ανήμποροι στο σπίτι.

Και στην πιο μικρή πόλη υπάρχει για τους ηλικιωμένους “βοήθεια στο σπίτι”. Τρεις φορές την ημέρα έμπειρες νοσοκόμες και κοινωνικοί λειτουργοί επισκέπτονται τους ηλικιωμένους, τους μαγειρεύουν, κάνουν τα ψώνια, τα φάρμακα, τους φέρνουν την αλληλογραφία, την εφημερίδα, πίνουν καφέ ή τσάι μαζί τους και τους κάνουν παρέα με χαμόγελο και ενδιαφέρον.

Σ’ αυτή τη χώρα όταν γεράσουν ζουν με αξιοπρέπεια.

 

Κι εμείς, τι περιμένουμε όταν τελειώσει η καραντίνα;

Θα μετράμε τις πληγές μας, την ανεργία, τη φτώχεια, την ακρίβεια, τον ΕΝΦΙΑ, τον Φόρο Εισοδήματος τα τέλη κυκλοφορίας, τους απλήρωτους λογαριασμούς, τις απλήρωτες ασφαλιστικές εισφορές, τις απλήρωτες δόσεις των δανείων.

Θα κάνουμε ουρά στη ΔΕΗ για διακανονισμό να μη μας κόψει το ρεύμα.

Θα συνεχίσουμε τα συσσίτια, τα Κοινωνικά Παντοπωλεία και Κοινωνικά Φαρμακεία.

Τις ελλείψεις σε υγειονομικό υλικό, σε νοσηλευτικό και σε ιατρικό προσωπικό στα νοσοκομεία.

Μετά από ένα ή δύο χρόνια αναμονής, θα περιμένουμε άλλο ένα χρόνο γιατί τα τακτικά χειρουργεία σε όλα τα νοσοκομεία της επικράτειας έκλεισαν και μας έδωσαν νέο ραντεβού για να εγχειριστούμε – αν ζούμε μέχρι τότε!

Θα περιμένουμε μερικά χρόνια γραφειοκρατία για να βγει η σύνταξη μας. Η οποία στο μεταξύ κουτσουρεύτηκε στο μισό.

Θα ψάχνουμε να ενταχθούμε σε κανένα νόμο με 300 δόσεις διακανονισμό μήπως και σώσουμε το σπίτι μας από κατάσχεση και πλειστηριασμό πληρώνοντας ενοίκιο για να συνεχίσουμε να μένουμε στο σπίτι μας!. Κι αν δεν τα καταφέρουμε, θα είμαστε χρεωμένοι ξανά όλο το δάνειο.

Και τα παιδιά μας θα φεύγουν μετανάστες στο εξωτερικό.

 

Θα βγούμε από το τούνελ ή θα ξαναμπούμε στο πραγματικό τούνελ;

 

Κάθε φορά που βλέπω στην τηλεόραση τον πρωθυπουργό μας, τον σημερινό και τους προηγούμενους, καθώς επίσης και τον σουλτάνο τον Ερντογάν, μου θυμίζουν την ιστορία με τον Καλό Αγά.

 

Τον καιρό λοιπόν της τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, ήταν ένας πολύ κακός αγάς που καταπίεζε τους υπόδουλους Έλληνες. Χαράτσια, καταναγκαστικές εργασίες, κατάσχεση τα χωράφια, φόροι, εξαθλίωση, εξευτελισμοί, φόβος, απελπισία.

Μια μέρα μερικοί δεν άντεξαν άλλο, αγανάκτησαν και άρχισαν να διαμαρτύρονται δημόσια.  Όταν το έμαθε ο αγάς, φώναξε τον αξιωματικό του.

*           Γιατί φωνάζουν αυτοί και διαμαρτύρονται;

*           Λένε ότι καταπιέζονται και θέλουν δικαιοσύνη και ελευθερία.

*           Πήγαινε πιάσε αυτούς που φωνάζουν πιο πολύ και χώσε τους

μέσα στην πιο στενή φυλακή.

 

Ο αξιωματικός, πράγματι, πήγε συνέλαβε έναν και τον έκλεισε στην πιο στενή φυλακή – ένα μπουντρούμι χωρίς παράθυρο, χωρίς κρεβάτι, χωρίς τίποτα, διαστάσεων  1 x 1 ½ μ.   Μόλις ο υπόδουλος Έλληνας κλείστηκε στη φυλακή αυτή, άρχισε να φωνάζει ακόμα περισσότερο,

–     Αυτό είναι αδικία! Είναι παράνομο, αντισυνταγματικό και παράλογο!

 

Τον άκουσε ο αγάς, και ξαναφώναξε τον αξιωματικό,

–    Πήγαινε τώρα, πιάσε άλλους δύο, και χώσ’ τους κι αυτούς στην ίδια φυλακή.

 

Ο αξιωματικός, πράγματι, πήγε συνέλαβε άλλους δύο και τους έκλεισε κι αυτούς μέσα. Μόλις έγιναν τρεις μέσα στη στενή φυλακή, άρχισαν να φωνάζουν ακόμα περισσότερο,

–     Αυτό είναι σκέτη εξαθλίωση! Δεν μπορούμε ούτε καν να κινηθούμε σαν

            άνθρωποι!

 

Τους άκουσε ο αγάς, και ξαναφώναξε τον αξιωματικό,

–     Πήγαινε τώρα, πιάσε άλλους δύο, και χώσ’ τους κι αυτούςστην ίδια φυλακή.

 

Ο αξιωματικός, πράγματι, πήγε συνέλαβε άλλους δύο και τους έκλεισε κι αυτούς μέσα. Μόλις έγιναν πέντε μέσα στη στενή φυλακή, άρχισαν να φωνάζουν ακόμα περισσότερο,

–           Αυτή η κατάσταση είναι απαράδεκτη. Άλλα μας έλεγε ο αγάς στην αρχή κι άλλα κάνει τώρα. Αν συνεχίσει έτσι, ποιος θα δουλεύει στα χωράφια; Σιγά-σιγά θα ρημάξουν, θα μειωθεί η παραγωγή, θα χάσει και τους φόρους που εισπράττει. Θα υπάρξει ύφεση στην οικονομία. Και ποιος θα φροντίσει τα παιδιά και τις οικογένειές μας; Ντροπή του! Ούτε τους  γονείς μας σέβεται ούτε το μέλλον των παιδιών μας…

 

Τους άκουσε ο αγάς, και ξαναφώναξε τον αξιωματικό,

–               Πήγαινε τώρα, πιάσε άλλους τρεις, και χώσ’ τους κι αυτούς στην ίδια φυλακή.

 

Ο αξιωματικός, πράγματι, πήγε συνέλαβε άλλους τρεις και τους έκλεισε κι αυτούς μέσα. Έγιναν οκτώ μέσα στη στενή φυλακή, ο ένας πάνω στον άλλο σαν παστωμένες σαρδέλες. Τώρα πια δεν είχαν δύναμη ούτε να φωνάξουν, ούτε καν να μιλήσουν, μόλις που μπορούσαν να αναπνεύσουν και να κουνούν λίγο το κεφάλι. Σε λίγη ώρα ένας λιποθύμησε κι ένας άλλος άρχισε να μοιρολογάει. Η κατάσταση μέσα στη στενή φυλακή γινόταν όλο και πιο δραματική.

Πέρασαν έτσι μερικές μέρες εξαθλίωσης και μαύρης απελπισίας. Οι φυλακισμένοι ήταν σχεδόν μισοπεθαμένοι. Τότε ο αγάς φώναξε τον αξιωματικό.

–       Πήγαινε τώρα και βγάλε έξω δύο από τους οκτώ.

 

Πράγματι, ο αξιωματικός πήγε και απελευθέρωσε δύο. Μόλις αραίωσαν κάπως και απέμειναν έξι, άρχισαν να δείχνουν κάποια σημάδια ζωής, να αναπνέουν σχεδόν κανονικά, να κινούνται στοιχειωδώς. Και τότε, κάποιος από αυτούς είπε στους άλλους,

–       Να είναι καλά ο αγάς μας!   Είδατε τι καλός που είναι, τελικά;

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button