Περιοδικό

Τα επώνυμα μας και η ιστορία πίσω από αυτά

Τα επώνυμα μας και η ιστορία πίσω από αυτά

Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης

Διευκρίνιση: Οι τυχόν διαφημίσεις που παρεμβάλλονται ενδιάμεσα σ’ αυτό το κείμενο γίνονται από τον διακομιστή του διαδικτύου και δεν έχουν σχέση ούτε με τον συντάκτη ούτε με το περιεχόμενο του.

 

Ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο με τους Έλληνες που μετανάστευσαν στο εξωτερικό είναι ότι άλλαξαν και τροποποίησαν το όνομα τους. Προσαρμόστηκαν στον τόπο και τον πολιτισμό της νέας πατρίδας τους. Αυτό έγινε είτε εθελοντικά από τους ίδιους για να ενταχτούν καλύτερα και ευκολότερα στον πολιτισμό της χώρας που τους υποδέχτηκε, είτε από τις υπηρεσίες μετανάστευσης, επειδή αυτές δεν μπορούσαν να συλλαβίσουν και να προφέρουν το όνομα ή το επώνυμο. Ο Νικόλαος έγινε Νικ, ο Ιωάννης έγινε Τζον, Ζαν, Γιόχαν, Χανς, το Παπαδόπουλος έγινε Πάπας κλπ.

 

Μια παλιά ελληνική έκφραση λέει, «Από πού βαστάει η σκούφια του».

Είναι σίγουρο ότι ο καθένας μας έχει κάποτε αναρωτηθεί, τι να σημαίνει το επώνυμο του και από πού να προέρχεται. Η αναζήτηση της ρίζας και των προγόνων μας είναι κάτι κοινό σε όλους και μερικές φορές μπορεί να βασανίσει κάποιον και …υπαρξιακά!

 

Όπως ακριβώς τα ονόματα έτσι και τα επώνυμα όχι μόνο σημαίνουν κάτι, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις μπορούν να μας δώσουν στοιχεία για τη γεωγραφική καταγωγή τους, την παλαιότητα, ακόμη και τη γλωσσική τους ιδιαιτερότητα.

Πολλά ελληνικά επώνυμα προέρχονται από τοπωνύμια, όπως λ.χ. Μανιάτης από τη Μάνη, Μωραΐτης από το Μοριά. Άλλα από παρατσούκλια τα οποία έδιναν οι συντοπίτες και με το πέρασμα του χρόνου επικράτησαν.

Υπάρχουν και μερικές καταλήξεις οι οποίες υποδηλώνουν καταγωγή.

Για παράδειγμα,

Σε -ίδης είναι πολύ συχνά καταλήξεις των Ποντίων.

Σε -άδης είναι είτε ποντικό είτε μικρασιατικό, όπως και σε –ογλου, που σημαίνει ο γιος του τάδε.

Το -πουλος απαντάται στην Πελοπόννησο, το -άκος στη Μάνη και το -άκης είναι κρητικό κ.α.

 

Τα επώνυμα μπορούμε να τα διακρίνουμε σύμφωνα με τη σημασία τους σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες, που δηλώνουν αντίστοιχα βαφτιστικό όνομα, καταγωγή, επάγγελμα και παρατσούκλια (ή προσωνύμια).

Πατρωνυμικά:

Είναι αυτά που χρησιμοποιούν για ρίζα τους βαφτιστικά ονόματα, είναι μαζί με τα παρατσούκλια το συχνότερο είδος των οικογενειακών ονομάτων. Τα συναντούμε σε ονομαστική πτώση (π.χ. Κωστής, Γεωργής), σε γενική (π.χ. Γεωργίου, Δημητρίου), αλλά και με πολλές καταλήξεις ή υποκοριστικά (π.χ. Στεφανίδης, Αθανασούλας).

Εθνικά:

Είναι τα επώνυμα τα οποία δηλώνουν καταγωγή και φανερώνουν τον τόπο που γεννήθηκε ή έζησε αυτός που έχει το όνομα. Αναφέρονται συνήθως σε χωριά ή ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές και οι καταλήξεις τους είναι δεκάδες. Οι πιο συνήθεις είναι οι εξής:

– (ι)ώτης: Τσιριγώτης, Λεπενιώτης, Ανδριώτης, Ηπειρώτης κτλ.

– ίτης: Μπεγλίτης, Πολίτης, Αργυροκαστρίτης κτλ.

– ιανος: Κουταλιανός, Ελεκιστριάνος, Ψαριανός, Σακαρετσιάνος, Χρυσοβιτσιάνος κ.α.

– ινός: Πατρινός, Παργινός, Ζακυνθινός, Καλαβρυτινός

– αίος: Κερκυραίος, Ρωμαναίος κτλ.

Επαγγελματικά:

Επώνυμα τα οποία δηλώνουν επαγγέλματα τα οποία χάνονται στα βάθη των αιώνων. Από τα βυζαντινά χρόνια (Αμπελάς, Λαχανάς, Ζωναράς, Καμπανάρης, Γραμματικός, Παλαιολόγος, Δούκας, Λογοθέτης) μέχρι τα νεοελληνικά (Γελαδάρης, Αρκουδάρης, Περιβολάρης, Ψαράς, Σαμαράς, Κουρέας, Ασβεστάς, Βαγενάς).

Παρατσούκλια:

Αποτελούν τον κύριο όγκο των επωνύμων μαζί με τα πατρωνυμικά και προέρχονται κατά κύριο λόγο από χαρακτηρισμούς που βασίζονται σε σωματικές ιδιότητες (Βραχνός, Ζερβός, Καμπούρης, Λεβέντης),

σε πνευματικές και ηθικές ιδιότητες (Βιαστικός, Αγέλαστος, Θλιμμένος, Κατεργαράκος),

από παρομοιώσεις με ζώα (Αλεπουδέλης, Γάτος, Ζυγούρης, Λύκος, Ποντίκης), με φυτά (Γαρούφαλος, Καρπούζης, Πιπέρης, Ρεβίθης) ή να υποδηλώνουν συγγένεια και ηλικία (Εγγονόπουλος, Κανακάρης, Ορφανός, Παπούλιας, Πατέρας).

 

Πολύ συχνά οι καταλήξεις των επωνύμων αποτελούν ένα γλωσσικό… GPS για να καταλάβουμε από ποιο μέρος της Ελλάδας κατάγεται κάποιος. Έτσι έχουμε τα εξής:

– ίδης: Πόντος (Τουντουλίδης, Κοντογιαννίδης, Πετρίδης)

– άδης: Πόντος (Γεωργιάδης, Φωτιάδης, Δημητριάδης)

– ούδης ή – ουδάς: Μακεδονία – Θράκη (Λαμπρινούδης, Νικολούδης, Σπανούδης, Φραγκούδης, Ψαρούδας, Μαρούδας)

– όγλου: Μικρά Ασία (Πεσμαζόγλου, Κουρατζόγλου, Ασλάνογλου)

 -άκης: Κρήτη (Παπαδάκης, Σαββάκης, Μητσοτάκης, Καζαντζάκης)

– άκος: Μάνη (Παντελάκος, Δημητράκος, Μαυροειδάκος)

– πουλος: Κυρίως στην Πελοπόννησο (Νικολακόπουλος, Αβραμόπουλος, Ανδρικόπουλος)

– άτος: Κεφαλονιά (Δημητράτος, Γιανουλάτος, Γερολυμάτος)

– έλης: Μυτιλήνη, Αϊβαλί, Λήμνο, Ίμβρο (Παπαδέλης, Χαμαλέλλης, Χωριατέλλης, Ξαφέλλης, Κοντέλλης, Αχιλλαδέλης)

– ούσης: Χίος (Χαλκούσης,Παϊδούσης)

 

Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς την ετυμολογία μερικών από τα πιο συνηθισμένα ελληνικά επώνυμα:

 

Παλαιολόγος:

Από το μτγν.ρημ.παλαιολογώ, λέω, ομιλώ περί αρχαίων-παλαιών πραγμάτων. Επώνυμο της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου. Συνηθέστατο επώνυμο σήμερα, κυρίως λόγω της χρησιμοποίησης του «Παλαιολόγος» ως βαφτιστικού.

Βασιλόπουλος:

Αρκετά συνηθισμένο επώνυμο, με προφανή προέλευση από το βαφτιστικό Βασίλειος, με το επίσης σύνηθες τρόπο σχηματισμού επωνύμου με την κατάληξη -όπουλος.

Οικονόμου:

Συχνότατο ελληνικό επώνυμο, κυρίως λόγω της σημασίας της λέξης οικονόμος ως εκκλησιαστικός αξιωματούχος, κληρικός, υπεύθυνος κυρίως για την οικονομική διαχείριση εκκλησίας ή μοναστηριού.

Παπαδόπουλος:

Γιος ή απόγονος του παπά (παπαδοπαίδι), ίσως το πολυπληθέστερο όνομα στην Ελλάδα μαζί με την κατάληξη -οπουλος.

Καραγιάννης:

Σύνθετο όνομα από τούρκικη λέξη kara = μαύρος, μελαχρινός συν το βαφτιστικό όνομα Γιάννης.

Κωνσταντόπουλος:

Γιος ή απόγονος του Κωνσταντίνου. Ο Κωνσταντίνος προέρχεται από το λατινικό Constantinus.

Αγγελόπουλος :

Επώνυµο πατρωνυµικό που προέρχεται από το βαφτιστικό όνοµα Άγγελος συν την κατάληξη –όπουλος.

Ρήγας:

Από το νεοελληνικό ρήγας, λαϊκότροπα ο βασιλιάς (μεσαιωνικό ρήγας). Προέρχεται από το ελληνιστικό ρηξ, αιτιατική ρήγα, που προέρχεται από το λατινικό rex.

Χατζής:

Σύνηθες πρόθεμα σε πολλά ελληνικά επίθετα (Χατζηνικολάου, Χατζηδημητρίου, Χατζόπουλος, Χατζίδης , Χατζηδάκης κ.α.). Σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη: Άτονη προτακτική λέξη που ακολουθείται πάντα από το ενωτικό (-) και έμπαινε πριν από βαφτιστικά ή οικογενειακά ονόματα ως τιμητικός τίτλος για να δηλώσει ότι ένας ορθόδοξος χριστιανός επισκέφτηκε ως προσκυνητής τους Άγιους Τόπους.

Βουδούρης:

Επώνυμο το οποίο έχει την ίδια αρχή με το Μπουντούρης, προέρχεται απο τη δημώδη/διαλεκτική λέξη βουδούρης (μπουντούρης) που δηλώνει το βραχύσωμο και παχύ άνθρωπο .Η λέξη προέρχεται απο το τουρκικό bodur, με την ίδια σημασία.

Μίχας:

Πρόκειται για αρβανίτικη παραλλαγή του ονόματος Μιχαήλ-Μιχάλης. Σε ελληνόφωνους πληθυσμούς η υποκοριστική παραλλαγή του ονόματος ήταν συνήθως “Μίχος”.

Περδικάρης:

Επαγγελματικό επώνυμο, απο το ουσ. περδικάρης(παλαιοτ. περδικάριος), απο το ουσ. πέρδικα.

Πολίτης:

Η ετυμολογία του επωνύμου αυτού είναι προφανής. Η περίπτωση να προέρχεται από μια οποιαδήποτε πόλη, εκτός από την Πόλη, δεν είναι τόσο πιθανή επειδή δεν υπήρχε λόγος να μην σχηματιστεί το επώνυμο π.χ. Γιαννιώτης από τα Γιάννενα, Σμυρνιός από τη Σμύρνη κ.ο.κ.

 

Τα περισσότερα ελληνικά επίθετα έχουν μια πολύ ωραία ιστορία να μας αφηγηθούν. Έχουν μεγάλη ποικιλομορφία και στις καταλήξεις και στην πραγματική σημασία των λέξεων που κρύβονται μέσα σ αυτά.
Με το πέρασμα των χρόνων μετά από πολέμους, προσφυγιά, ανακατατάξεις, νέα σύνορα και νέες πατρίδες οι σημερινές καταλήξεις των επώνυμων μπορούν να μας δώσουν τον τόπο καταγωγής και προέλευσης.

 

Εκτός από αυτό, η πραγματική έννοια του επιθέτου μας υποδηλώνει το στίγμα της καταγωγής ή της φυλής – προέλευσης μιας οικογένειας π.χ. ο Υψηλάντης ήταν κάτοικος από την Υψηλή του Πόντου, ο Αϊβαλιώτης από το Αϊβαλί, ο Λημνιός από τη Λήμνο και ο Σταμπουλής ή Σταμπολής έχει καταγωγή από την Πόλη (Ισταμπούλ – Εις την Πόλη).

Σ’ αυτήν την κατηγορία θα βρούμε επίθετα που προέρχονται από την εποχή που Θράκες, Σαρακατσάνοι, Αρμένιοι και Πέρσες αποτελούσαν ένα κράμα του πλούσιου εθνολογικού μωσαϊκού της Ευρώπης και της Μ. Ασίας.

Για παράδειγμα, από τον βυζαντινό φρούραρχο Τορνίκιο προέρχεται το επίθετο Τορνικιδης, Βαράγκας.

 

Τα παραδείγματα είναι πολλά και πάνε πολύ πίσω δείχνοντας μας και τη στενή σχέση των Ελλήνων με τους Βούλγαρους, Τούρκους, Αρμένιους και όλους όσους κατά καιρούς έκαναν επιδρομές στα σημερινά εδάφη της Ελλάδας. Άλλωστε πολλά από τα επίθετα είναι σύνθετες τούρκικες λέξεις.

Το Καρά που στα τούρκικα είναι το μαύρο είναι το πρώτο συνθετικό από πολλά επώνυμα όπως Καραγιάννης (μαύρος Γιάννης), Καρατζάς (μελαχρινός), Καρακάσης (μαύρο φρύδης).

 

Εκτός από τις τουρκικές πολλά από τα επίθετα προέρχονται από λέξεις ιταλικές, λατινικές, περσικές, αραβικές, αρβανίτικες.

Ένα άλλο συνηθισμένο φαινόμενο είναι τα επίθετα να δηλώνουν ποιανού παιδί είσαι, δηλαδή το όνομα των πατεράδων ή των παππούδων, κάτι αρκετά συνηθισμένο στην Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα όπως π.χ, Σπύρου, Γεωργίου, Βασιλείου, Αποστόλου κτλ.

 

Τα παρατσούκλια.

Μια άλλη πηγή άντλησης επιθέτου όσο περίεργο και αν μπορεί να ακούγεται είναι τα παρατσούκλια, είτε αυτά έχουν θετικό πρόσημο είτε αρνητικό, είτε είναι χιουμοριστικά είτε πιο σοβαρά. Τα παρατσούκλια καταφέρνουν μέχρι και σήμερα, ειδικά στην επαρχία να αντικαθιστούν το πραγματικό ονοματεπώνυμο. Πολλές φορές οι χωρικοί δεν μπορούν να καταλάβουν ποιον εννοείς γιατί δεν μπορούν να συνδέσουν το όνομα με το πρόσωπο η δεν γνωρίζουν καν το επίθετο και αδυνατούν να καταλάβουν μέχρι να τους αναφέρεις το παρατσούκλι του ατόμου. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι τα περισσότερα επίθετα δεν είναι παρά εξευγενισμένα παρατσούκλια που μετατράπηκαν σε αξιοπρεπή ονόματα με την πάροδο των χρόνων όπως π.χ. Μουστάκας, το Κοντογιώργης, Ρεβίθης, Αγαπητός, Αράπογλου, Φούντας, Κοντός, Ταγκαλάκης, Κωφίδης, Καμπουρίδης, Καμπουράκης και πάρα πολλά άλλα.

 

Τα επίθετα με πρώτο συνθετικό το παπά υποδηλώνουν ότι στην οικογένεια υπήρχε παλαιότερα πρόγονος που ήταν ιερέας.

Το επίθετο Χατζής σκέτο η σαν πρώτο συνθετικό το έπαιρναν τιμητικά όσοι είχαν προσκυνήσει στους Αγίους Τόπους. Η λέξη προέρχεται από το αραβικό “χατζ” που σημαίνει «στέκομαι μπροστά σε μια θεότητα σε ιερό μέρος» ή «ταξίδι σε ένα ιερό μέρος».

 

Τα «επαγγελματικά».

‘Άλλα επώνυμα που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι πολλά είναι αυτά που δηλώνουν την συντεχνία, την επαγγελματική κατάρτιση του ατόμου και του πρόγονού του. Μιλάμε κατά κύριο λόγο για επαγγέλματα που έχουν χαθεί, που τα συναντάμε μόνο σε ταινίες και τραγούδια ή έχουν αντικατασταθεί με άλλα είτε ακόμα υπάρχουν αλλά έχουν αλλάξει μορφή.

 

Σ αυτήν την κατηγορία συναντάμε τον Αραμπατζή, που ήταν ο αμαξάς, ο ταξιτζής μιας άλλης εποχής. Ένα επάγγελμα πολυτραγουδισμένο που πρωταγωνιστεί στις παλιές ελληνικές ταινίες. Ο αραμπάς στην Θεσσαλονίκη στεκότανε στην παραλιακή οδό, στην Αριστοτέλους και στο Βαρδάρη και περίμενε να πάρει τον κόσμο να τον πάει στον προορισμό του.

 

Ο Καλαϊτζής –Γανωτής ήταν αυτός που έπαιρνε τα σκεύη της νοικοκυράς που την εποχή εκείνη ήταν κυρίως χάλκινα για να τα οξειδώσει. Έκανε το γάνωμα είτε επι τόπου κουβαλώντας τα εργαλεία του μαζί ή μάζευε τα σκεύη τα πήγαινε στο εργαστήριο του και τα επέστρεφε την επόμενη μέρα. Αυτό που έκανε ήταν να περνάει το καλάι (από εκεί το Καλαϊτζής) τα επικασσιτέρωνε δηλαδή για να τα προστατεύσει από την οξείδωση που θα μπορούσε να τα κάνει επικίνδυνα.

 

Ο Μπασμάτης από την τούρκικη λέξη μπασμά που σημαίνει το βαμβακερό ύφασμα ήταν ο υφασματοπώλης της εποχής.

 

Ο Πασβάντης η Μεκτσής ήταν ο περιφερόμενος νυχτοφύλακας στις μεγάλες πόλεις. Η δουλειά του ήταν να προσέχει και να προστατεύει τον κόσμο που κυκλοφορούσε έξω τα βράδια και τα σπίτια από διαρρήκτες.

 

Ο Αλμπάντης ήταν ο πεταλωτής, δηλαδή αυτός που έφτιαχνες τα πέταλα των ζώων τα οποία θέλανε αντικατάσταση και φροντίδα κάθε 2 -3 μήνες.

 

Ο Ταμπάκης ή Ταμβάκης, από την λέξη ταμπάκια που ήταν τα βυρσοδεψία, έκανε μια αρκετά δύσκολη και ανθυγιεινή δουλειά. Επεξεργαζόταν δέρματα των ζώων.

 

Ο Πορτούρος ήταν ο τελάλης, αυτός που του έδιναν χρήματα και έτρεχε στις γειτονίες με σημείο αφετηρίας και άφιξης (συνήθως την κεντρική πλατεία) και διαλαλούσε κάτι πολύ σημαντικό που έπρεπε να ακούσουν όλοι στην περιοχή.

 

Ο Χασάπης, Κασάπης, Κασαπίδης, ήταν ο πλανόδιος κρεοπώλης (από το κασάπης προέρχεται η λέξη χασάπης) ο οποίος είχε μια τάβλα στην οποία κρεμούσε τα κρέατα και τα πήγαινε από γειτονιά σε γειτονιά. Έπρεπε να κουβαλάει λίγα μαζί του να τα πουλήσει γρήγορα για να μην χαλάσουν και να ξαναφορτώνει εμπόρευμα στη διάρκεια μιας μέρας.

 

Οι Γκαϊτατζήδες ήταν αυτοί που έφτιαχναν και έπαιζαν γκάιντα, συνήθως αυτοί που έχουν αυτό το επίθετο έχουν ρίζες από τη Θράκη που είχε τους καλύτερους γκαϊτατζήδες στην Ελλάδα.

 

Οι Χαλκιάδες και το επίθετο Χαλκίδης, Χαλκιάς είναι κληρονομιά από τους τεχνίτες του χαλκού. Στη Θεσσαλονίκη δουλεύανε στην οδό Χαλκέων που προς τιμή τους πηρέ και το όνομα της όπως και η εκκλησία η Παναγία των χαλκέων και έτσι σημάδεψαν για πάντα με την παρουσία τους την περιοχή.

 

Ο Εμφιετζόγλου ή Εμφιετσζής (από το εμφιέ που είναι ο καπνός) ήταν ο καπνοπαραγωγός στα τούρκικα.

 

Ο Καζάζης (από το καζάζ που είναι το μετάξι) ήταν αυτός που πουλούσε μεταξωτά και ο Σπετσέρης (από το σπεσιέρι το ιταλικό) ήταν ο φαρμακοποιός.

 

Μερικά επώνυμα δείχνουν ολοφάνερα από πού προέρχονται και σε ποιο επάγγελμα αναφέρονται, όπως π.χ. Μυλωνάς, Ράπτης, Καφετζής, Καζανάς, Τενεκετζής, Βαφέας, Βαφόπουλος, Σιδεράς, Σιδερίδης κ.ά.

 

Αυτά είναι μόνο μερικά ενδεικτικά επίθετα και η σημασία τους. Υπάρχουν εκατοντάδες που δεν αναφέρθηκαν και με μια απλή ανάλυση όλα αφηγούνται μια μικρή ιστορία από το παρελθόν του τόπου μας.

 

Τέλος, να σημειώσουμε κάτι ιδιαίτερο για τα ονόματα πολλών κατοίκων και τοπωνυμιών της Λήμνου.

Η Λήμνος είναι το πιο κοντινό Ελληνικό νησί προς την Κωνσταντινούπολη.

Το βόρειο ακρωτήριό του, που δεσπόζει στο Αιγαίο, ονομάζεται Μούρτζουφλος, απ’ τον ομώνυμο Βυζαντινό Στρατηγό-Αυτοκράτορα.

Το χωριό Κάσπακας έχει πάρει το όνομά του επίσης από Βυζαντινό Ναύαρχο. Το ίδιο και το Γομάτι, από τον Βυζαντινό Στρατηγό Γόρματο, που είχε κτήματα στην περιοχή και τα δώρισε στη μονή της Μεγίστης Λαύρας.

Το Ρουσοπούλι οφείλει το όνομά του στον Βυζαντινό γαιοκτήμονα Ρουσόπουλο.

Το Ρωμανού πήρε το όνομά του απ’ την Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού.

Ο Βυζαντινός γαιοκτήμονας Κοντόπουλος έδωσε το όνομά του στο Κοντοπούλι.

Το κεφαλοχώρι Κοντιάς οφείλει το όνομά του στον Βυζαντινό γαιοκτήμονα Κοντέα και ο χείμαρρος Χαντριάς στην περιοχή πήρε το όνομά του από άλλον Βυζαντινό γαιοκτήμονα, τον Χανδρέα.

 

Πολλά Βυζαντινά ονόματα συνηθίζονται ακόμα και σήμερα στο νησί, όπως:  Κομνηνός, Δούκας, Παλαιολόγος, Ράλλης, Υψιπύλη κ.ά.  Επίσης πολλά επώνυμα, όπως:  Κατακουζηνός, Βάρδας, Βόγδανος, Κωνστάντιος, Πόθος, Καρατζάς, Ρούσσος, Φωκιανός, κ.ά.

Η Λήμνος έχει έναν άλλον αέρα, Βυζαντινό. Στις ακτές της φτάνουν τα θαλάσσια ρεύματα, που ξεκινούν απ’ το Βόσπορο και περνούν απ’ τον Ελλήσποντο, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι απ’ το νησί.

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button