Περιοδικό

Παλαμίδα πλακί στο φούρνο

Παλαμίδα πλακί στο φούρνο

 Ήταν κάτι ψαράδες επαγγελματίες, που με την τράτα τους ψάρευαν 5-6 μέρες μακριά από το νησί, και για να μην επιστρέφουν κάθε φορά στο νησί, διανυκτέρευαν πρόχειρα μέσα στο καΐκι ή σε ένα μικρό ερημονήσι. Μια μέρα, παραμονές Χριστουγέννων, ένας από αυτούς πρότεινε,

“Γιατί δεν κάνουμε ένα μικρό κατάλυμα εδώ στο νησάκι, να μη μας τρώει το κρύο και να κοιμόμαστε σαν άνθρωποι;”

 Πράγματι, έφτιαξαν ένα μικρό σπιτάκι και το εξόπλισαν με τα στοιχειώδη απαραίτητα, κρεβάτια, μια κουζινίτσα, κλπ. Ένας άλλος, θρησκευόμενος, πρότεινε και έχτισαν κι ένα μικρό άσπρο ξωκλήσι. Ως προς το όνομα που θα του έδιναν, πήγαν στο δεσπότη και του ζήτησαν να έλθει να κάνει την σχετική τελετή, τα θυρανοίξια όπως λέγονται, και να του δώσει και το όνομα.

Πράγματι, την συμφωνημένη μέρα ο δεσπότης ήλθε ακολουθούμενος από το διάκο και ένα ψάλτη. Αφού έγινε η ψαλμωδία και η τελετή, οι ψαράδες τους είπαν,

 

”Εμείς τώρα θα φύγουμε για ψάρεμα και θα επιστρέψουμε αύριο βράδυ. Εσείς με την ησυχία σας ξεκουραστείτε, κι αύριο πρωί με το καλό επιστρέφετε στο νησί”.

Τους έδειξαν τα δωμάτια και την κουζίνα, από όπου μοσχοβολούσε ωραία μυρωδιά φαγητού.

 

”Όταν πεινάσετε, σας έχουμε ετοιμάσει φαγητό, – φυσικά δικής μας παραγωγής, ψαρόσουπα με σέλινο αυγολέμονο, και παλαμίδα στο φούρνο πλακί, με πατάτες, ντομάτες, μαϊντανό και σκόρδο”.

 

Όταν έφυγαν οι ψαράδες, ο δεσπότης άνοιξε την πόρτα της κουζίνας – θυρανοίξιο ήταν κι αυτό – στο φούρνο μοσχομύριζε μια μεγάλη παλαμίδα, και στην κατσαρόλα άχνιζε ζεστή ψαρόσουπα. Πρότεινε τότε,

 

”Σήμερα ας φάμε την ψαρόσουπα και τη γαρνιτούρα από το ψάρι, κι αύριο το πρωί, όποιος θα έχει δει στο όνειρό του το πιο μεγάλο πράγμα, αυτός θα το πάρει το ψάρι”.

 

Οι άλλοι δύο δέχτηκαν – τι μπορούσαν να κάνουν άλλωστε – κι αφού δείπνησαν την ψαρόσουπα και τη γαρνιτούρα από τη συναγρίδα, έπεσαν να κοιμηθούν. Την άλλη μέρα το πρωί ο δεσπότης ρωτάει το διάκο,

 

”Τι όνειρο είδες, τέκνον μου;”

 

”Είδα τη γέννηση του Χριστού, το άστρο το φωτεινό, τη φάτνη, κι απ’ έξω τους βοσκούς που είχαν έλθει να προσκυνήσουν με τα πρόβατα τους.

Τι να σας πω, τόσα πολλά πρόβατα πρώτη φορά έχω δει, αμέτρητα,

θα ήταν πάνω από δέκα χιλιάδες… Επομένως, δική μου είναι η παλαμίδα!”

 

Λάθος κάνεις”, του απαντάει ο δεσπότης, ”η παλαμίδα είναι δική μου.

Κι εγώ ονειρεύτηκα τη γέννηση του θείου βρέφους και τους βοσκούς, αλλά τα πρόβατα ήταν πάνω από είκοσι χιλιάδες – χώρια οι άγγελοι που έψελναν, όπως λέει και στο Ευαγγέλιο “πλήθος στρατιάς ουρανίου”.

Λυπάμαι, αλλά το ψάρι είναι δικό μου!”

 

Στην άκρη έστεκε σιωπηλός ο ψάλτης, σαν βρεγμένη γάτα.

 

”Εσύ τι όνειρο είδες;”  τον ρωτάει ο δεσπότης.

 

”Εγώ, τι να σας πω… Ένα παράξενο πράγμα, όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα καθόλου, δεν με έπιανε ύπνος, δεν είδα κανένα όνειρο

Πεινούσα κι όλα, όσο εσείς κοιμόσασταν και βλέπατε τα όνειρα, σιγά-σιγά, μέχρι το πρωί,  το έφαγα όλο το ψάρι…”

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button