Περιοδικό

Αυτό ΟΧΙ ….ΟΧΙ αυτο!!!

Απο ανάρτηση της Βαρβαρας Βαγιάκου  Βλαχοπούλου
Αυτό ΟΧΙ ….ΟΧΙ αυτο!!!
( απο τη γιαγιά Βαρβάρα για όσους με διαβάζουν )
Όταν η κυρα – Αυγερινή έμπαινε κάθε καλοκαίρι μέσα στην αποθήκη να την ξεαραχνιάσει ,δρομάδες οι μνήμες ορμούσαν στο μυαλό και γρατζουνούσαν τη ψυχή. Κάθε αντικείμενο σκηνή,κάθε σκηνή και δάκρυ .Συνηθισμένα στο φως μιας λαθραίας ηλιαχτίδας που τρύπωνε από τη χαραμάδα της ξύλινης εξώπορτας και τα χάιδευε πότε πότε, ήρθε η στιγμή να δουν το φως του ήλιου. Να ξεθαφτεί μια ολόκληρη ζωή. Ζήση αποκλιστικά δική της, με μονοπάτια άγνωστα στους κληρονόμους. Να γίνει η απόλυτη νύχτα, μέρα. Μια μέρα που είχε ξεχαστεί έξω από τη μνήμη των αντικειμένων και που ίσως τα ίδια να μην ήθελαν να ρθει ποτέ τους.Ήταν όλα σκουριασμένα και σαρακοφαγωμένα.Δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας .
Οι εργάτες τα έβγαζαν και τα πετούσαν περιφρονητικά ενα ενα στην αυλή κι αυτά αποτίναζαν σαν από νάρκη ξυπνημένα την στοιβαγμένη στο κορμί τους σκόνη .Ανούσια σκόνη φθοράς που ενοχλούσε το παρόν μα έπλεκε ένα απαλό δαντελένιο ατλάζι γύρω από το παρελθόν. Και πίσω από τα δαντελιά,ανταύγαζαν τα κρόσια τα χρωματιστά της άλλης εποχής που στόλιζαν τις σάλες με τους χρυσαφένιους καθρέφτες και τα χαρούμενα καθρεφτίσματα της νιότης. Οι μπρούτσοι γυαλισμένοι και τα ασήμια φρεσκοτριμένα γυάλιζαν στα μάτια της.
Μακάρι να μπορούσε να έβγαινε από την καρδιά της και η ίδια και να έμενε στείρα στο μυαλό της και μόνο. Όμως ..όμως …
« Τι την κρατάς τούτη την παλιατζούρα κυρά;»
« Εκείνη με κρατά»μουρμούρισε η αρχόντισα .
Γνώριζε πως οι δικοί της ατραποί δεν μπορούσαν να συναντηθούν πουθενά με τα μονοπάτια των εργατών .Ήταν ομολογουμένως άκομψοι, μα δεν το καταλάβαιναν.
Μακάρι να ήταν και για κείνη ένας κόσμος άδειος ,ξένος.Μα δυστυχώς ήταν ο κόσμος της. Ήταν η ίδια .
Την απασχολούσε, πως η «παλιατζούρα» της αποθήκης, οι ρίζες της, θα βγουν στο φως .Αντέχουν οι ρίζες την επιβίωση στο φως ; Αντέχουν στους ανέμους τα σαραβαλιασμένα καρεκλοπόδαρα; Αυτά γνώριζαν μόνο την τραμουντάνα του νησιού και τους αχαμνούς νοτιάδες.Τώρα φυσούσαν λογιώ των λογιών αγέρηδες πιά. Θα σκορπίζονταν στους πέντε ανέμους που λέει το τραγούδι …θα χάνονταν.Δε γνώριζαν την εποχή της εξέλιξης ,και των κουμπιών της ….μα δεν τα γνώριζε κι αυτή. Στεκόταν μπροστά τους με το παλιό αραχνιασμένο άχορδο μαντολίνο της μητέρας της στο χέρι και έμοιαζε σα να τους έκανε καντάδα .Το άφησε στην άκρη. Μέσα στην αναταραχή που σκόρπιζαν ανεξέλεγκτα οι εργάτες κύλισε στα πόδια της ενα ξύλινο αντικείμενο.
« Τι είναι αυτό γιαγιά;»
« Το αδράχτι»
« Και τι έκαναν μ´αυτό;»
« Κλώθανε το μαλλί και το κάνανε κλωστή»
« Κι αυτό ;»
« Είναι η ανέμη που έκανε τη κλωστή κουβάρι και η γιαγιά μου έπλεκε τις κάλτσες του προπάππου σου να τις στείλει στην Αλβανία που πολεμούσε»
« Αααα το κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη απο κει βγήκε;»
Από κει παιδιά μου.
Τότε άρχισαν να καταλαβαίνουν πως τα παραμύθια συνυφαίνονται με υπαρξιακές αναζητήσεις ,έχουν ρίζες με συνοχή που συνοψίζονται στη έννοια «παράδοση».
Πως κάθε αντικείμενο κάτω απο τη σκουριά του κρατούσε σε λήθαργο μια ψυχή που παλμογραφούσε την εποχή της. Κανένα δεν ήταν πεθαμένο. Έναν βαθύ αναστεναγμό απέπνεαν όλα μα μόνο εκείνη τον άκουγε .Όλα μπορούσαν να αναζοωγονηθούν και να επιζήσουν σε ενα οικογενειακό μουσείο που θα θύμιζε…Εκείνη κρατούσε την υψηλή επικαρπία που επιθυμούσε να την περάσει στα παιδιά της μα εκείνα δεν ήθελαν να την αποδεχτούν. Ωστόσο τους κάλεσε να ξεσκαρτάρουν.
Παιδιά ,νύφες ,γαμπροί εγγόνια βγήκαν στην αυλή,ρωτούσαν, μάθαιναν,ξεχώριζαν ,κρατούσαν,πέταγαν.
Κι οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή ,η μια έφερνε την άλλη.Πέντε εγγόνια , χιλιάδες ερωτήσεις .Ενα ολόκληρο παρελθόν στην ουρά προς επεξήγηση.
Και ήρθε η σειρά των τετζερέδων .Αμέτρητα μπρούτζινα τετζερέδια όλων των μεγεθών .
« Γιατί τόσα πολλα;»
« Γιατί η γιαγιά ήταν Σμυρνιά και χύτρες ταχύτητας δεν υπήρχαν, ούτε ντελίβερι»
« Η χαρά του γύφτου» έκαμε ο γαμπρός της και έδωσε εντολή στους εργάτες να τα πετάξουν . Μα η κόρη της άρχισε να διαλέγει ότι νόμιζε αξιοποιήσιμο σε κάποιο Γιαννιώτικο εργαστήρι. Πετούσε στην άκρη ότι δεν ήθελε. Έπιασε στα χέρια της το μικρότερο ,το γύρισε απο δω,το είδε απο κει ,το σκαρτάρισε .
« Αυτό όχι…ΟΧΙ αυτό.» ακούστηκε η φωνή της μητέρας της .
Η κόρη κατάλαβε .Θυμήθηκε την εμμονή της στις ολοστρόγγυλες τηγανητές πατάτες της γιαγιάς της.Γύρισε την κοίταξε .Στα μάτια της διέκρινε μια ξύπνια νοσταλγία να σαλεύει .Τη σεβάστηκε .Έπιασε το καζανάκι και το ξεχώρισε.
Ήταν στρογγυλό με στραπατσαρισμένο το καπάκι .
Οι ματιές τους χαϊδευτηκαν .
« Αυτό πρέπει να πάει στον γανωτζή φέτος»
Καλό ΠΣΚ φίλοι μου. Μέσα σε τρία γράμματα στρίμωξε η βιασύνη τα Σαββατόβραδα.
Σαββατόβραδο…πόσοι στιχουργοί…πόσες μουσικές…
Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button