Λήμνος

Αντρέας Τσιγιάννης, έφυγε απ τη ζωή, που τόσο γενναία αντιμετώπισε.

Παίρνω το κείμενο και τη φωτογραφία, μια απο τις πολλές, του Αντρέα Τσιγιαννη που έφυγε,  σήμερα 5/7/21,   απ τη ζωή, που τόσο γενναία αντιμετώπισε.     Κείμενο και φωτογραφία είναι του Γιάννη Γκαλιούρη –   Η.Κ.

“Αν κάθε εποχή είχε το κορυφαίο της ιδανικό , η δική μας έχει ανυψώσει σαν κεντρική έγνοια του είδους μας την υλική πρόοδο , έχει κυριολεκτικά πουλήσει την ψυχή της στην Ανάγκη και συγκλονίζεται από το δαιμονικό πυρετό των υλικών απολαύσεων και της εγκόσμιας ευδαιμονίας” Κώστας Τσιρόπουλος

Για να γίνει αντιστροφή αυτής της σκληρής διαπίστωσης , που έκανε ο μεγάλος μας λόγιος, προς την κατεύθυνση των πραγματικών αξιών απαιτείται ο μεγάλος προσωπικός αγώνας του καθενός αλλά και η επίδραση των θετικών προτύπων ως καταλύτης προς αυτή την προσπάθεια. Βέβαια τα θετικά πρότυπα δεν θα τα αναζητήσουμε στο survivor, ούτε στο φαντασμένο starsystem αλλά μέσα στην δοκιμασμένη καθημερινότητα μιας εποχής που οι αξίες προήγαγαν τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ένα τέτοιο πρότυπο συνάντησα στο πρόσωπο του κ. Ανδρέα του οποίου το πλούσιο και ιδιαίτερο βιογραφικό αποτύπωμα στο χρόνο, σε μια ταραχώδη εποχή, μπορεί να δώσει απτές αποδείξεις εφαρμογής ιδανικών, που κάθε γενιά θα πρέπει να κληρονομεί και με τον δικό της μόχθο να προωθεί στην επόμενη.

O κυρ Ανδρέας γεννήθηκε στο Σαρπί από γεωργική οικογένεια. Από τα έξη παιδιά της οικογένειας επέζησαν τα τρία , ο Επαμεινώνδας , ο Ανδρέας (ήταν το 5ο) και ο Σταύρος. Μηνών ήταν όταν αρρώστησε σοβαρά και τον βάπτισαν γρήγορα και αντί για Νικόλας όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένα του έδωσαν το όνομα Ανδρέας γιατί ο νονός του ήταν από την Κύπρο και τον έταξε στον Άγιο που τιμούν ιδιαίτερα εκεί. Ξεκίνησε το Δημοτικό , με δάσκαλο τον κ. Βελιαρούτη Λεωνίδα με καταγωγή από τα Γιάννενα, ο οποίος ήρθε στη Λήμνο στις 17 Φεβ το 1938. Στις 28 Οκτ 1940 , ο δάσκαλος τους ανακοίνωσε την έναρξη του πολέμου και τους έδωσε σχετικές οδηγίες. Το σχολείο πότε λειτουργούσε και πότε όχι . Το 1941 ήρθαν οι Γερμανοί με τα γνωστά επακόλουθα , φτώχεια , πείνα , βία και εκτελέσεις. Ο αγώνας για επιβίωση δύσκολος , πάλευε με την οικογένειά του στα χωράφια και με τα ζωντανά για τα ελάχιστα. Στις 17 Οκτ 1944 έφυγαν οι Γερμανοί. Μετά τον πόλεμο βουτούσε μαζί με άλλα παιδιά και έβγαζε τα λάφυρα του πολέμου , σφαίρες και οβίδες , από το βυθό και πουλούσαν με τον αδερφό του το μπαρούτι. Τα πυρομαχικά αυτά από τα αντιαεροπορικά πυροβόλα του Καρπασίου τα πέταξαν οι Γερμανοί φεύγοντας , με πρόθεση να τα καταστρέψουν. Πολλά ατυχήματα έγιναν κατά την διαδικασία ανάσυρσης αυτών. Παράλληλα άνοιγαν πηγάδια με γκασμά και φτυάρι , φύτευαν βαμβάκια στα χωράφια και με τον αδερφό του Επαμεινώνδα πήραν μια βάρκα και ψάρευαν για να μπορέσουν να συμπληρώσουν τον επιούσιο. Το 1951 ο Επαμεινώνδας έφερε ένα ποδήλατο και γύριζαν όλη τη Λήμνο. Δεκαέξι χρόνων πήγαινε με κάρο και εφοδίαζε με εμπόρευμα τα μαγαζιά (παστά , σουσάμι ,ελιές, αλεύρι κ.α. ). Παιδί ακόμα κουβαλούσε τσουβάλια ογδόντα οκάδες το ένα. Το 1952 ήταν τζόβενο , κολαούζο στα σφουγγαράδικα. Άπειρο παιδί ακόμα θυμάται χαρακτηριστικά που έσβησε η μηχανή όταν στο βυθό ήταν ο Γαλημίτης ο Κυριάκος και άρχισε χειροκίνητα να δουλεύει ότι μηχανική κατασκευή υπήρχε στο καΐκι και γυρνούσε, και από την τρομάρα του συνέχιζε να γυρίζει τους μοχλούς ενώ ο δύτης ήταν ήδη στην επιφάνεια ασφαλής . Το 1955-1957 πήγε φαντάρος ως τηλεφωνητής στο πυροβολικό . Το 1963 πήγε στη σχολή σφουγγαράδων στην Κούταλη με δάσκαλο τον Μπόλκα και τον Ψάρρα, υπό την επίβλεψη Αξιωματικού που έστειλε το υπουργείο. Από τότε με τα σφουγγαράδικα αλώνισε όλη την Ελλάδα. Έφευγαν Μάιο και γύριζαν Οκτώβρη . Πήγαιναν Πελοπόννησο και Κρήτη γιατί τα νερά ήταν πιο ζεστά. Το χτύπημα της νόσου το γλύτωσε πάρα πολλές φορές παρά τρίχα. Ιδιαίτερα επικίνδυνο επάγγελμα , το οποίο δυστυχώς έδωσε πολλές αποδείξεις γι’ αυτή του την ιδιότητα. Σε μια επαγγελματική ανάπαυλα το 1965 πήγε στη Βαλτική ως πλήρωμα για να πάρουν ένα πλοίο το οποίο κόλλησε στον πάγο και γύρισαν άπραχτοι μετά από επτά μέρες παραμονής στο τρένο. Το 1967 παντρεύτηκε την Βωτούλα Καρμίρη από το Καρπάσι με την οποία απέκτησαν τα αγαπημένα τους παιδιά : την Ελένη και τον Παναγιώτη. Το 1972 ο κ. Ανδρέας σταμάτησε το επάγγελμα του δύτη μετά από πίεση της συζύγου του η οποία τόσα χρόνια στην Καλλιθέα είχε ζήσει ιδιαίτερα έντονα την δική της αγωνία και τον πόνο των άλλων οικογενειών. Το 1973 κατέβηκαν στην Μύρινα . Από κει και ύστερα ξεκινάει μια νέα σελίδα στην επαγγελματική του ιστορία. Ξεκινάει το 1973 από την Αμερική όπου βρέθηκε ως πλήρωμα για να παραλάβουν ένα καράβι που ανήκε στην ναυτιλιακή που πρακτόρευε ο αδερφός του. Το ταξίδι διήρκεσε 15 μήνες και τον βρήκε στο μεταξύ η εισβολή στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974 , χωρίς ενημέρωση και δυνατότητα επικοινωνίας με την οικογένειά του . Η αγωνία του κορυφώθηκε όταν έμαθαν από τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία ότι στην Ελλάδα είχε κηρυχτεί γενική επιστράτευση .Ο επόμενος σταθμός στην περιπετειώδη ζωή του τον βρήκε να διασχίζει όλη την υδρόγειο με φορτηγά πλοία. Όταν ξεμπάρκαρε δούλεψε στην κατασκευή του αεροδρομίου με τον εργολάβο και στη συνέχεια με την Μ.Ο.Μ.Α. Το 1975 δούλεψε στην Τζέντα ως εργάτης για την κατασκευή του λιμανιού. Το 1977 ταξίδεψε με το Αιγεύς για 26 μήνες και στη συνέχεια με το “Σκόπελος” για 11 χρόνια . Μετά με τον Αγούδημο στο “Κύθνος” . Στη συνέχεια έψαχνε για δουλειά στον Πειραιά και βρήκε με μια ναυτιλιακή που πήγαινε Ρόδο και σε άλλα νησιά. Το καλοκαίρι το πλοίο του το ναύλωναν για να καλύπτει τα δρομολόγια για Τυνησία – Ιταλία και Γαλλία. Το 1995 πήρε σύνταξη και από τότε ασχολήθηκε πιο συστηματικά με την καλλιέργεια των αμυγδαλιών , των ζαρζαβατικών και με το μεγάλο του πάθος το ποδήλατο. Σήμερα απολαμβάνει την αγάπη της μοναδικής του οικογένειας και ζει την ήσυχη καθημερινότητα του μέσα από τους όμορφους περιπάτους του και την συντροφιά της μονάκριβης συζύγου του. Βαθιά ανθρώπινος πρόσφερε και προσφέρει τον καλό του λόγο και την καλή του πράξη σε όποιον είχε και έχει ανάγκη μέσα από το οικονομικό του υστέρημα και από το ψυχικό του πλεόνασμα. Ο κυρ Αντρέας καθημερινά με το μπαστουνάκι του ήρεμα και όμορφα κάνει την βόλτα του και μας κουνάει με νόημα το κομπολόι της ζωής του .Eίναι από τους τελευταίους υπερασπιστές του προμαχώνα μια γενιάς που βίωσε δεινά και πάλεψε παλικαρίσια , μας γενιάς όπως όλες που δημιούργησε αλλά έκανε και λάθη, μιας γενιάς με τις δικές της ιδιαιτερότητες που μας παρέδωσε προ πολλού τη σκυτάλη της παραγωγικής και δημιουργικής διαδικασίας στο χώρο εργασίας. Η υιοθέτηση των καλών χαρακτηριστικών της απερχόμενης γενιάς και η αποφυγή των λαθών της προηγούμενης προάγουν την εν γένει προοδευτική ταυτότητα της δικής μας γενιάς. Είναι εκείνη η γενιά που επένδυσε στις ανθρώπινες σχέσεις , που έδωσε νόημα στη λέξη συνάνθρωπος , εκείνη η γενιά που πίστεψε στο εσύ , που βοήθησε το Χριστό να ανεβάσει το σταυρό στον Γολγοθά του , άσχετα από το γεγονός που ο καθένας μόνος του θα υπομείνει τη σταύρωσή του , η γενιά που αγάπησε τον συνοδοιπόρο γιατί ήταν αδερφός στα όμορφα και στα δύσκολα. Μέσα από την αμφισβήτηση της δικής μας γενιάς ,τον αναγκαίο εποικοδομητικό διάλογο με τις αξίες του παρελθόντος και τον κοινό αγώνα θα πετύχουμε την γεφύρωση του χάσματος των γενεών αλλά και την πνευματική ανάταση. Η αισιοδοξία , η επιμονή , η δύναμη , η υπομονή , η αγάπη , η καλοσύνη παρελαύνουν πάνω στην ισχυρή φυσιογνωμία του κ. Αντρέα , χαράζοντας η κάθε μια το δικό της αυλάκι ζωής στο πρόσωπό του , αποδεικνύοντας ότι οι αξίες που θα κρατήσει κάποιος όρθιες στο διάβα της ζωής του ανεξίτηλα θα μετουσιωθούν σε αποδείξεις σοφίας. Η ώρα πέρασε και ο κ. Αντρέας με χαιρέτησε γιατί είχε ραντεβού με τον δάσκαλό του! Παρατηρούσα αυτή την ευγενική φυσιογνωμία να απομακρύνεται και φανταζόμουν αυτούς τους δύο άντρες να μιλάνε και να θυμούνται απίστευτες ιστορίες βγαλμένες από το μεδούλι της ιστορίας .

 

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button