Απόψεις

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

της Αλεξάνδρας  Καραβία- Λαμπαδαρίδου

Αλήθεια γιαγιά  απόψε ανοίγουν τα ουράνια;

Αυτό ρώτησε ο οκτάχρονος Δούκας τη γιαγιά του την Διαλεχτή, που εκείνη την ώρα ήταν σκυμμένη στο παραγώνι και προσπαθούσε να ενισχύσει  τη φλόγα της που κόντευε να σβήσει.  Η  κυρά Διαλεχτή σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε σοβαρή.

Έτσι λένε οι παλιοί, του απάντησε. Έτσι μου έλεγε και μένα η γιαγιά μου. Τα Φώτα τα μεσάνυχτα ανοίγει ο ουρανός στα δύο και ο Ιορδάνης ποταμός ξεχύνεται απ’ τα αστέρια και φτάνει στη γη. Οι άγγελοι ψέλνουν  με απαλές φωνές και τα ωσαννά σκορπίζονται  παντού, σ’ όλη την Πλάση.. Όποιος ακούει αυτή την ουράνια μουσική και κάνει μια ευχή την ώρα που ανοίγουν τα ουράνια, τότε  η ευχή θα πραγματοποιηθεί.

Ο μικρός Δούκας έμεινε σιωπηλός. Μπα , παραμύθι θα είναι σκέφτηκε. Πώς είναι δυνατόν αναρωτήθηκε να πραγματοποιηθούν όλες οι ευχές του κόσμου; Αλλά πάλι  δεν ξέρεις. Μπορεί και να γίνεται. Τα παραμύθια γι’ αυτό υπάρχουν. Για να  κοιμίζουν τους μικρούς και να παρηγορούν τους μεγάλους. Αλλά μερικές φορές γίνονται και θαύματα. Ίσως  και η γιαγιά του  να είχε αγρυπνήσει μια βραδιά των Φώτων και να είχε ζητήσει  να τους βοηθήσει ο Θεός να έχουν κι’ αυτοί  ένα καινούργιο ρούχο και όχι αυτά τα παλιά που φορούν ολοχρονίς. Να έχουν  λίγα χρήματα για  το μπακάλη που δεν τους δίνει πια βερεσέ. Απ’ όταν πνίγηκε ο πατέρας του εκεί στην αγριεμένη θάλασσα του Αγίου Όρους, η φτώχεια τους τύλιξε σαν φίδι. Τίποτε δεν του άφησε ο πατέρας του. Μόνον αυτό το αγαπημένο παλιό σπίτι που μένουν και ένα αρχοντικό ονοματεπώνυμο!  Δούκας Λάσκαρης . Και Δούκας και Λάσκαρης. Είχε διαβάσει ο Δούκας την ιστορία, αλλά του την είχε πεί και πατέρας του. Η οικογένεια Δούκα και η οικογένεια Λάσκαρη  στο Βυζαντινό βασίλειο είχε ανάμεσα στα μέλη της μεγάλους άρχοντες. Ο τελευταίος Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρης,  φαρμακωμένης ώρας βασιλιάς, την τραγική μέρα που οι Βενετσιάνοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, το έτος 1204, έφυγε με το αρχοντολόι για τον Πόντο, συμπαίρνοντας μαζί του  γένους την ελπίδα,  πως από το βασίλειο του Πόντου θα γυρίσει μια μέρα νικητής.  Τι σχέση μπορεί να έχει αυτός  μαζί τους;  Αυτός ο πιο φτωχός στην πολίχνη του Μούδρου.  Μπά, καμιά. Πέρασαν τα Χριστούγεννα  και αγόρασαν αλεύρι  με τις δεκάρες που μάζεψε από τα κάλαντα. Η γιαγιά του έφτιαξε  πεντανόστιμες τηγανίτες.

Τώρα η γιαγιά άφησε στο τζάκι το αναμμένο κλαδί που κρατούσε και του χάΪδεψε τα μαλλιά. Ήξερε τι σκέπτονταν αλλά δεν ήθελε να του σβήσει την ελπίδα. Το είχε ακούσει και η ίδια αυτό το παραμύθι  από τη γιαγιά της. Κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα που θα ξημερώσουν τα Φώτα, ανοίγει ο ουρανός και βγαίνει ο Ιορδάνης ποταμός  σαν λάβα που ξεχύνεται στη γη. Οι άγγελοι ανεβοκατεβαίνουν από τη γη στον ουρανό τραγουδώντας Ύμνους στο Χριστό μας. Ακούγεται μια δυνατή φωνή.» Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα. Είχε και η ίδια ξενυχτήσει  να δεί το θαύμα, αλλά είχε τρομερή ατυχία. Αυτή τη μικρή στιγμή που άνοιγε ο ουρανός ποτέ δεν τα κατάφερε. Κάθε χρόνο κοιμόταν. Φέτος, το είχε καταλάβει ότι θα ξενυχτούσε ο Δούκας.

Η νύχτα ήταν παγωμένη και ο Δούκας καθισμένος  στο πεζούλι της αυλής, προσπαθούσε να βρει έναν τόπο λιγότερο  παγωμένο για να μπορέσει να ξενυχτήσει. Τυλίχτηκε σφιχτά στο  παλτό του και έριξε επάνω του  την κουβέρτα του κρεβατιού του. Απόψε το αποφάσισε. Θα ξαγρυπνούσε. Ούτε ο παγωμένος αέρας θα τον  εμπόδιζε, ούτε  και η ανάφεγγη νύχτα. Δεν φοβόταν. Στο νου του μόνον πικρές αναμνήσεις στριφογύριζαν. Θυμόταν αυτό το τελευταίο ταξίδι του πατέρα του στο Άγιο Όρος. Όλη η δυστυχία του από τότε άρχισε. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και η μητέρα του τον είχε ξυπνήσει και τον βοηθούσε να ντυθεί για να πάνε τα μεσάνυχτα στην εκκλησία. Ο πατέρας δεν είχε γυρίσει και η μάνα ήταν ανήσυχη, Οι χωριανοί ήξεραν ότι ο μπάρμπα Λάσκαρης συχνά έκανε αυτό  το ταξίδι στον ¨Αγιο Όρος. Παλιότερα  είχε καλό καΐκι, αλλά τα χρέη τον ρήμαξαν και οι δανειστές του το πήραν. Τώρα είχε μια παλιά βάρκα και μ’ αυτή έβγαζε το ψωμί της οικογένειάς του. Για λίγα χρήματα αμοιβή φόρτωνε από τα κοντινά λιμάνια διάφορα εμπορεύματα και τα έφερνε στη Λήμνο. Από την  Κεραμωτή έφερνε καρπούζια, από τη Μυτιλήνη φρούτα και από το Όρος ξυλεία. Πάντα έφερνε και για την οικογένειά του από το Όρος, μαζί με το φορτίο και  άφθονα μεγάλα  κάστανα, μια δυό γαλλοπούλες,  κανένα τενεκέ τυρί.  Θυμάται πως  είχε ντυθεί πια με την καλή του φορεσιά και η Μάνα του η Σονιώ και η γιαγιά η Διαλεχτή είχαν κι’ αυτές ετοιμαστεί αλλά ο πατέρας δεν φαινόταν. Η γιαγιά  πήρε το θάρρος, άνοιξε την πόρτα στάθηκε στο σκεπαστό με σανίδες εξώστη και φώναξε τη γειτόνισσα.

– Κυρά Θανάσαινα, κυρά Θανάσαινα. Καμιά απάντηση, αλλά ακούγονταν οι φωνές της που προσπαθούσε να ξυπνήσει τον άνδρα της και τα  παιδιά της που δεν ήθελαν να σηκωθούν για την εκκλησία κι’ αδιαφορούσαν για τον ήχο της καμπάνας. Η γιαγιά ξαναφώναξε δυνατότερα:

-Κυρά Θανάσαινα. Τότε η γειτόνισσα άνοιξε το παράθυρο και ρώτησε.

-Τι είναι Λασκαρίνα; Γύρισε ο Λάσκαρης;

-Όχι δεν γύρισε και ανησυχώ πολύ. Το απόγευμα έπρεπε να είναι εδώ.

Ωστόσο από την γωνία του δρόμου, μέσα στο σκοτάδι, φάνηκε μια θορυβώδης παρέα από πέντε άτομα και σε λίγο φάνηκε ακόμα μια γυναίκα που κρατούσε ένα φανάρι για να φέγγει στο δρόμο. Οι δύο άνδρες  μιλούσαν κι’  έλεγαν τη στιγμή που πέρασαν κάτω από τον σκοτεινό εξώστη.

-Άραγε ο γείτονας γύρισε; Είπε ο ένας.

-Σώπα , είπε ο άλλος κι έδειξε με το δάχτυλο το σπίτι μας. Είπαν στο καφενείο ότι βούλιαξε. Ετοιμαζόταν να διηγηθεί πως και τι άκουσε, αλλά εκείνη τη στιγμή μια σπαραχτική κραυγή ακούστηκε από τον εξώστη μας. Η γιαγιά  έπεσε λιποθυμισμένη και η μάνα  έτρεξε να τη σηκώσει τρελή από αγωνία. Από τότε κανείς δεν γελούσε στο σπίτι και η μάνα πέθανε ξαφνικά ένα βράδυ, γιατί έσπασε η καρδιά της από τον πόνο, είπε ο γιατρός. Έτσι ο Δούκας έμεινε μόνος με τη γιαγιά του.

Τώρα, παραμονή των Φώτων, ο Δούκας, γεμάτος αγωνία μετρούσε τις ώρες που περνούσαν αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πόση ώρα είχε περάσει εκεί στο παγωμένο κατώφλι. Άραγε κοντεύουν μεσάνυχτα; Αναρωτήθηκε. Σε λίγο όμως το κρύο υποχώρησε και μικρές νιφάδες χιονιού έπεφταν πάνω του και τον σκέπασαν. Η βραδιά τώρα σιωπηλή και γλυκειά. Η πλάση κοιμόνταν. Το χωριό κοιμόνταν. Ξαφνικά  ένα δυνατό φως τον τύλιξε,  μια λάμψη  άστραψε, γλυκές ψαλμωδίες ακούστηκαν στον ουρανό και ο Δούκας θαμπώθηκε. Ζαλίστηκε και την τελευταία στιγμή φώναξε δυνατά. «Πλούτο». Τρόμαξε και ο ίδιος από τη φωνή του.

Ένας νέος όμορφος,  ντυμένος με λευκό και χρυσό χιτώνα στάθηκε μπροστά του.

-Να ’μαι, είπε με γλυκό χαμόγελο. Τι με θέλεις;

-Ποιος είσαι; Ρώτησε σαστισμένο το παιδί.

-Ο νέος χαμογέλασε  πλατύτερα. Ο Πλούτος είμαι απάντησε. Εσύ με φώναξες. Με θέλεις;

-Και βέβαια σε θέλω απάντησε ο Δούκας, που πήρε θάρρος.

-Με φώναξες την τελευταία, τελευταία στιγμή την ώρα που έκλεινε ο ουρανός, γι’ αυτό ο Θεός με έστειλε να σε ρωτήσω, διαφορετικά θα ερχόμουνα να σε φορτωθώ ανενώρητα. Είσαι σίγουρος ότι εμένα θέλεις;

-Ναί! Εσένα θέλω Πλούτε μου, είπε τώρα δυνατά ο Δούκας που είχε ξεθαρρέψει.. Εσένα θέλω. Για να μπορώ ν’ αγοράζω πολλά πράγματα για τη γιαγιά μου. Φαγητά και γλυκά. Ρούχα ζεστά και πολλά ξύλα για το τζάκι μας, να καίει πάντα, μέρα – νύχτα για να είναι ζεστά. Θα πηγαίνουμε με αμάξι όπου θέλουμε για να μην κουράζεται και ποτέ δεν θα λείψει από τα χείλη μας το γέλιο και από την καρδιά μας η χαρά.

-Η χαρά; Ρώτησε ο χρυσοφορεμένος νέος. Μα η χαρά δεν κάνει παρέα με μένα. Είναι μια νέα που πολύ σπάνια έρχεται μαζί μου. Συνήθως κάνει παρέα με τους φτωχούς, με τα παιδιά που παίζουν στους δρόμους, στις όμορφες ακρογιαλιές σας και στα λιβάδια του χωριού σας. Αυτή έχει συντροφιά μια άλλη μικρή νέα, την ευτυχία.

-Λοιπόν; Ξαναρώτησε ο νέος. Εμένα. θέλεις ή την Ευτυχία;

-Την Ευτυχία ζητούσα. Την Ευτυχία ζητώ, πρόλαβε να πει ο Δούκας

Φεύγω λοιπόν είπε ο νέος πάντα χαμογελαστός. Η λάμψη έσβησε και  ο νέος εξαφανίστηκε στον ουρανό και μαζί του έσβησαν τ’ αστέρια, χάθηκε και η μουσική.

Ο Δούκας έμεινε εκεί μόνος στο παγωμένο κατώφλι και ψιθύρισε. Του χρόνου θα ξενυχτήσω πάλι στη γιορτή των Φ Ω Τ Ω Ν και θα ζητήσω την ΕΥΤΥΧΙΑ. Αύριο θα πω τα κάλαντα. «Σήμερα τα Φ Ω Τ Α και οι φωτισμοί» και με τις δεκάρες θα πάρουμε πάλι αλεύρι για τηγανίτες.

Αλεξάνδρα Καραβία- Λαμπαδαρίδου.

Ο τίτλος «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια», είναι στίχος από ποίημα του Κωστή Παλαμά «Ελεύθεροι πολιορκημένοι».  Τώρα με τον Κορονοϊό έτσι μοιάζουμε όλοι με ελεύθερους πολιορκημένους. Τα ονόματα της ιστορίας είναι Λημνιά, αλλά δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα, κάθε τυχόν ομοιότητα, είναι τυχαία.

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button