Απόψεις

Η Ξεφάντωσ΄ της Λαμπροτρίτης !

Η Ξεφάντωσ΄ της Λαμπροτρίτης

Της Βαρβάρας Βαγιάκου – Βλαχοπούλου

Δημοσιεύθηκε: 2 Απριλίου 2014 | Εφημερίδα “Λήμνος”

Όταν οι μνήμες οι σχετικές με τα ήθη και τα έθιμα κρατούν, καλό είναι να κατατίθενται.
Ποτέ δεν πάνε χαμένες.
Το κάρο της παράδοσης αργά ή γρήγορα περνά και τις μαζεύει, χτίζει το σκαλοπάτι που πρέπει να πατήσουμε για να δομήσουμε το παρόν και ν’ αρμολογήσουμε το μέλλον… τη κληρονομιά των επιγόνων μας,
Το έχω ξαναπεί, το επαναλαμβάνω. Δεν είναι δικό μου είναι του Φώτη Κόντογλου (1885-1965) λογοτέχνης, ζωγράφος, αγιογράφος «Λαός που έχει χάσει την παράδοση του είναι σαν τον άνθρωπο που έχει χάσει την μνήμη του.»
Η κατάθεση της μνήμης έχει περάσει σχεδόν αποκλειστικά στα καθήκοντα των γιαγιάδων και παππούδων. Οι περισσότεροι εντάσσουν τις θύμησες τους στο «μια φορά και έναν καιρό» συγκροτούν το παραμύθι και το προσφέρουν ακούραστα απολαυστικά θα έλεγα στα εγγόνια τους.
Αυτόν τον προφορικό τρόπο διάδοσης της παράδοσης, που από στόμα σε στόμα διανθίζεται κι ως εκ τούτου παραλλάσσεται, η ίδια η παράδοση δεν το εμπιστεύεται, καθ’ ότι παρεμβάλλεται η φαντασία και νοθεύεται η αυθεντικότητα. Γι’ αυτό καλλίτερα να εμπιστευόμαστε τον γραπτό λόγο και να καταθέτουμε σ’ αυτόν τις μαρτυρίες μας, όπως ακριβώς τις ζήσαμε, αμασκάρευτες κι ανεπιτήδευτες.
Τα ήθη και τα έθιμα δεν τη αντέχουν την φαντασία όπως ο μύθος. Τη μετάλλαξη η παράδοση την αντιπαθεί, την απορρίπτει. Εκεί ακριβώς στηρίζει την εγκυρότητα και παγκόσμια καταξίωση το Λύκειο των Ελληνίδων που αποσπά πανελλαδικά και παγκόσμια βραβεία κάθε χρόνο (το περσινό ήταν αυτό της Unesco). Δεν παίζει με την παράδοση. Υπηρετεί λεπτομερώς την αυθεντικότητα.
Σ’ αυτόν λοιπόν τον γραπτό λόγο διάδοσης της παράδοσης θα εμπιστευτώ κι εγώ σήμερα ένα πασχαλινό δρώμενο ξεχασμένο …τα ξεφαντώματα.
Τα έζησα και τα σφραγίζω με την ασπρόμαυρη φωτογραφία που παραθέτω. Είναι κι αυτή απ’ το κίτρινο συρτάρι «της ψυχής μου το ιερό» που πολλές φορές το έχω αναφέρει και που δεν με πρόδωσε ποτέ.
Γι’ αυτό θα αφήσω τη φωτογραφία να μιλήσει αφού πρώτα σας συστήσω τις παιδικές μου φίλες αγαπημένες γειτονοπούλες, αξέχαστες μικροφιλενάδες. Από αριστερά οι τρείς αδελφές Ευαγγελία, Νίκη και Πωλέτα Γεροντούδη με τα ζηλευτά πλεκτά τους φορεματάκια πλεγμένα απ’ τη δεξιοτέχνιδα μάννα τους την κυρά Μαρία, αξιολάτρευτη γειτόνισσα που πρόσφατα χάθηκε.
Δίπλα με τον φιόγκο η αδελφή μου Ουρανία Βαγιάκου, όρθια η πολυαγαπημένη μου Τέγια Γεροντούδη, ημικάθιστη η αξέχαστη σπινθηρομάτα σγουρομάλλα Βαρβάρα Κολόζου, δίπλα της η αδελφή της Στέλλα και τελευταία με τα ναυτικά η αφεντιά μου. Τις αδελφές Κολόζου το κύμα της μετανάστευσης τις ξεμπάρκαρε στην Αμερική. Ήταν κόρες της αλησμόνητης ΜΑΜΗΣ, της κυρά Σωτηρίας. Ο πατέρας τους ναυτικός … ξεμπάρκαρε κι αυτός απ’ τη ζωή στο θάνατο με άλλα παλληκάρια του νησιού στο ναυάγιο του καϊκιού του Ζούτη. Βαρύ ασήκωτο φορτίο πένθους που μαυροφόρεσε την εποχή.  Μεγάλο το πηγάδι της ζωής. Ξεκινάς να αποχαρακτηρίσεις μια ασπρόμαυρη φωτογραφία μα οι μνήμες, δρομάδες, σε παρασύρουν, ξεστρατίζεις με μια απόχη στο χέρι… και μαζεύεις χρώματα μέσα από το άσπρο-μαυρο.
1950 Λαμπροδευτέρα. Ένα μαγιάτικο αεράκι ασκοφυσούσε απ’ τον Ρωμέΐκο Γιαλό.
Ξεφουντωμένα άσπρα συννεφάκια περικοκλάδιαζαν τον ουρανό απ’ εδώ κι από κει απειλούσαν τη δύναμη του ήλιου. «Είναι πρωί μαθές ακόμα… περιμέντε λίγο να ξεπροβόδισ’ ο ήλιος τα σύννεφα …Μέχρι προχτές βήχτε κι οι δυο σας… τ’ αγιάζ αμάζευτο ακόμα, άργετο να ξανακλείστε;».
Μας έκοψε τη φόρα της βιασύνης μας η υπερπροστατευτική Νόνα το κυρα-Βοτώ.
Η μάνα μας πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας ετοίμαζε με επιμέλεια το καλαθάκι της εκδρομής μας, απαραίτητο αξεσουάρ της εποχής, όπως και το μεταλλικό παγούρι εκείνο το μεταπολεμικό. Τα πλαστικά σακ-βουαγιάζ και τα μπετόνια άγνωστα ακόμα.. Έβαλε στου καλαθιού τον πάτο μια ασπροπετσέτα (άγνωστες και οι χαρτοπετσέτες) και με προσοχή τοποθέτησε μέσα τις δύο πασχαλιάτικες κουλούρες με το κόκκινο αυγό σφηνωμένο στα κατάστηθα της ζύμης των κουλουριών της αμμωνίας, πλεγμένες κοτσιδωτά σε διάφορα σχέδια. Μας τις έπλαθε η Νόνα και εξαντλούσε όλη τη φαντασία της για να μας ευχαριστήσει. Το ίδιο έκαμναν όλες οι μάνες κι’ οι γιαγιάδες. Ήταν έθιμο. Τις φυλάγαμε σαν τα μάτια μας μέσα σ’ ένα εμαγιέ καπακωτό και καρτερούσαμε να φτάσει η Λαμπροδευτέρα να τις βάλουμε στο καλαθάκι μας και να πάμε για ξεφάντωμα στον κάμπο. Το ίδιο κι’ οι φίλες μας.
Είχαμε προσυννενοηθεί από βραδίς για την ώρα της εκκίνησης. Η αχαλίνωτη λαχτάρα μας να ξεκινήσουμε νωρίς νωρίς πήγαζε απ’ την επιθυμία να ζήσουμε το συναίσθημα της απόλυτης ελευθερίας μέσα απ’ το συγκεκριμένο δρώμενο, καθιερωμένο απ’ τα παλιά. Στη Μύρινα εξελίσσονταν πάντα στο καταπράσινο, ολόδροσο στήθωμα της γης, πίσω απ’ το εκκοκκιστήριο (που ακόμα δεν είχε χτιστεί)…στον λεγόμενο κάμπο με τις αμέτρητες αμυγδαλιές, τα σταροχώραφα, τ’ αμπέλια και τους αγκαθωτούς τράφους με τις αμέτρητες βατομουριές. Εκεί ξεφαντώναμε όπως κάναμε με τους γονείς μας και την Πρωτομαγιά. Το έθιμο ήταν ευρέως διαδεδομένο και σ’ άλλα χωριά με την ονομασία Ρουφινιά (προφανώς από το ρεφενέ). Το σημείο που επιθυμούσαμε να προλάβουμε ελεύθερο ήταν συγκεκριμένο… δίπλα στο υδραγωγείο, μια σκιερή ισιάδα πάνω στο λόφο κάτω από φουντωμένες γέρικες αμυγδαλιές με πηχτό ίσκιο. Το τσάγαλο δεμένο πια …καταπράσινο, φουλ στη χλωροφύλλη μας προκαλούσε. Οι κοιλόπονοι έρχονταν προς το βράδυ. Σύψυχο το τοπίο ανάδινε ευωδιές και τερετίσματα πουλιών μεσ’ απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων και των αγκαθωτών βάτων. Στο Μέγαρο μουσικής  της φύσης η άνοιξη ανεβοκατέβαινε τις μουσικές κλίμακες, αρμονικά, μεθυστικά. Μέχρι το μεσημέρι όλου του κάμπου οι σκιερές ισίαδες φλυαρούσαν από τους ξεφαντωτές πάνω σε ριγωτές κουρελούδες και σε χακιές μπατανίες, θλιβερά απομεινάρια της κατοχής. Παρέες παιδιών από δω και από κει τσούγκριζαν κόκκινα αυγά, έτρωγαν τις κουλούρες τους, έπαιζαν χόρευαν, τραγουδούσαν, έδεναν σκοινένιες κούνιες και τραμπαλίζονταν, σόδιαζαν χαρά «Χριστός ανέστη εκ νεκρών…» «Γαρουφαλιά μου πράσινη καλέ πότε θα κοκκινίσεις;…» κι’ η κούνια πηγαινοέφερνε τη χαρά ψηλά, όλο και πιο ψηλά, ν’ ακουμπήσει το λουστρίνι στο κλωνάρι. Ναι δεν είχαν βγει ακόμη οι «ελβιέλες», στο Γυμνάσιο τις φορέσαμε αυτές. Το ξεφάντωμα αφορούσε ως επί το πλείστον εμάς τα παιδιά. Ταπεινές μα φωτεινές χαρές που έβγαζαν σεργιάνι τις ψυχές μας στο βασίλειο του Μάη να τρυγήσουμε τους στήμονες της άνοιξης, να γεμίσουμε της ψυχής μας την κυψέλη μέλι, ανεκτίμητη σοδιά  για την πορεία της ζωής.
Το δρώμενο αυτό ξεχάστηκε. Μπήκε στο χρονοντούλαπο της λήθης κι’ αυτή είναι σκληρή, δε σέβεται την αξία του μελιού στην παιδική ψυχούλα σοδιασμένη. Το βλέπω δύσκολο ακόμα και να αναβιώσει από πολιτιστικούς συλλόγους, όπως π.χ. ο κλείδωνας. Δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, απαραίτητο κίνητρο αναβίωσης άτοπο στο χρόνο. Για τον κλείδωνα μια δροσερή αυλή (αυτή εμπεριέχει την αυθεντικότητα), ή μια πλατεία έστω (όπου σήμερα αναβιώνεται το έθιμο) θα τη βρεις. Για το ξεφάντωμα όμως, στη Μύρινα τουλάχιστον χάθηκε ο τόπος… η οικοδόμηση έσβησε τον κάμπο. Οι συνθήκες ζωής των σύγχρονων παιδιών και τα ενδιαφέροντα τους εστιάζονται αλλού. Τι αξία μπορεί να δώσει ένα δεκάχρονο παιδάκι σήμερα, σε μια κουλούρα μ’ ένα κόκκινο αυγό στη πλάτη όταν συγχέει την επιλογή του ανάμεσα στα δεκάδες αρτοποιήματα της σύγχρονης αρτοβιομηχανίας, η οποία περιφρόνησε τη φαντασία και τη δημιουργική αγάπη των γιαγιάδων;

Τα παιδιά συνοδοιπορούν πάντα με τη χαρά της ζωής, αλλά οι χαρές της ζωής κατά την πορεία αλλάζουν ύφος. Μεταφορικά αποτυπώνεται στο ποίημα με το οποίο ο ταπεινός Δροσίνης απάντησε στον Κωστή Παλαμά όταν ο δεύτερος απεκάλεσε τον Δροσίνη συνοδοιπόρο στους δρόμους της τέχνης.

«Συνοδοιπόροι ναι …μαζί κινήσαμε
στης τέχνης το γλυκό ξημέρωμα
όμως με τον καιρό το πέρασμα ταράχτηκε
του καθενός μας χωριστός ο δρόμος
Εσύ στης δάφνης τ’ ακροκλώναρα άπλωσες
κι’ εγώ σε κάθε χόρτο και βοτάνι
στεφάνι έχεις φορέσει από δαφνόφυλλο
λίγο θυμάρι του βουνού με φτάνει…»

Ναι συνοδοιπόροι στις χαρές της ζωής κινήσαμε, όμως με τον καιρό το πέρασμα ταράχτηκε, αφήσαμε τα ξεφαντώματα και τις κουλούρες και κοπέλες πια ακολουθήσαμε την πρωτομαγιά στον ίδιο ευτυχώς τον κάμπο, με του Χάρου το βιολί και του Ζώμπου το κλαρίνο να μας καλούν λαχταριστά κορμιά κόρες και παλληκάρια στου μπάλου τις στροφές. Πάνε οι κόκκινες γαρουφαλιές καλέ μου…

«Μάτια σαν και τα δικά σου
δεν υπάρχουν στο ντουνιά
κι όποιος τα γλυκοφιλήσει
χάρο δε φοβάται πια»

Και το κάρο της παράδοσης πέρασε απ’ τον κάμπο, συμμάζεψε τον μπάλο, τον στόλισε με λουλούδια και φορεσιές και τον έκαμε ρίζες… γιατί αυτό ξέρει η παράδοση να κάνει … να ρίχνει ρίζες στα κατσάβραχα της σύγχρονης εποχής.

Δυστυχώς το ξεφάντωμα της Λαμπροδευτέρας το κάρο της παράδοσης το περιφρόνησε …Κι’ απόμειναν γιαγιάδες σαν και του λόγου μου να το ανακαλούν στο φώς, μέσα από μια ασπρόμαυρη φωτογραφία… που μαρτυρεί ταπεινά χωρίς φανφάρες και δαφνόφυλλα… λίγο θυμάρι του βουνού της φτάνει!

Χριστός Ανέστη!

Βαρβάρα Βαγιάκου-Βλαχοπούλου

Σημ. site: Στη Φωτογραφία τα κουρτσούδια της περιοχής του Ρωμαίικου στη Ξεφάντωση της Λαμπροτρίτης, καπου στον τότε “καμπο” , σημερινές Αμυγδαλιές.  Πρώτη απο δεξιά, με το ναυτικό “συνολακι”,  Βαρβάρα Βαγιάκου.

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button