Ανακοινώσεις

Ένα έργο επετειακό, ένα έργο καημός, στο ΜΑΡΟΥΛΑ! Διαβάστε την πολύ αναλυτική υπόθεση της ταινίας

ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ
Παρασκευή 28, Σάββατο 29, Κυριακή 30 Ιανουαρίου Ώρα 20:30
Διάρκεια: 144’
Η ταινία «ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ», μία υπερπαραγωγή υψηλών προδιαγραφών με διεθνές καστ- η μεγαλύτερη στην ιστορία το ελληνικού κινηματογράφου, που μεταφέρει πανανθρώπινα μηνύματα και τιμά τον πολιτισμό της Ιωνίας, προβάλλεται στο «Μαρούλα» στις 28, 29 & 30 Ιανουαρίου.
Η ταινία, η οποία κυκλοφορεί στις κινηματογραφικές αίθουσες με αφορμή τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, είναι βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο της Μιμής Ντενίση και φιλοδοξεί να μεταφέρει με πειστικότητα στη μεγάλη οθόνη όχι μόνο τη μαγική ατμόσφαιρα της εποχής μέσα από άρτια σκηνικά και κοστούμια, αλλά και τη σπαρακτική καταστροφή της Σμύρνης με τη χρήση σύγχρονων ψηφιακών εφέ. Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν σε: Λέσβο, Χίο, Αθήνα, Πειραιά και Φάληρο.
Σύνοψη
H Filio Williams, μία ηλικιωμένη Ελληνοαμερικανίδα, σπεύδει στη Μυτιλήνη με την εγγονή της, για να συμπαρασταθεί στους Σύρους πρόσφυγες. Κανείς δεν ξέρει την καταγωγή της, κανείς δεν ξέρει ότι η Σμυρνιά γιαγιά της βρέθηκε κάποτε στο ίδιο νησί κατατρεγμένη και προσφυγοπούλα. Το τεφτεράκι με τις συνταγές της συνονόματης γιαγιάς Φιλιώς ξετυλίγει την πολυτάραχη ιστορία της κοσμοπολίτικης οικογένειας Μπαλτατζή, όπως διαμορφώνεται από τις τραγικές διεθνείς εξελίξεις που καθόρισαν τη μοίρα ολόκληρων λαών. Διαφορετικές γενιές γυναικών της ίδιας οικογένειας ενώνονται στον χώρο και τον χρόνο, μέσα από τα νήματα της ιστορίας. Παρόν και παρελθόν γίνονται ένα.
H Μιμή Ντενίση συνεργάστηκε με τον Martin Sherman για το σενάριο, ενώ τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Γρηγόρης Καραντινάκης. Μπροστά στην κάμερα η ταινία συγκεντρώνει ένα λαμπερό διεθνές cast με τους Μιμή Ντενίση, Λεωνίδα Κακούρη, Burak Hakki, Κρατερό Κατσούλη, Ταμίλλα Κουλίεβα, Κατερίνα Γερονικολού, Αναστασία Παντούση, Ντίνα Μιχαηλίδου, Özdemir Çiftçioglu, Χρήστο Στέργιογλου, Νέδη Αντωνιάδη, Γιάννη Εγγλέζο, Έφη Γούση, Nathan Thomas, Χρήστο Στέργιογλου, Θοδωρή Κατσαφάδο, Daniel Crossley, Dunkan Skinner, Δάφνη Αλεξάντερ, Μιχάλη Μητρούση, Nαταλία Δραγούμη, Ανδρέα Νάτσιο, Μανώλη Γεραπετρίτη, Ian Roberson, Joanna Kalafatis, Γιάννη Βογιατζή, Jane Lapotaire, Susan Humshire και Rupert Graves.

Μία πρωτοφανής ελληνική παραγωγή-Ένα τεράστιο κινηματογραφικό εγχείρημα

100 χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι θεατές της κινηματογραφικής αίθουσας θα καθηλωθούν από το θέαμα της ταινίας που τιμά όχι μόνο τον πολιτισμό και τη μαγεία της Σμύρνης, αλλά και την τραγωδία που βρήκε τους Έλληνες κατοίκους το 1922. Η παραγωγή υπηρέτησε στο έπακρο την αναπαράσταση της ατμόσφαιρας του θρύλου της Σμύρνης στο μεγαλείο, αλλά και την καταστροφή της.
Η Μιμή Ντενίση δηλώνει ευγνώμων για τη στήριξη που είχε στην υλοποίηση της ταινίας: «Είναι σίγουρα η μεγαλύτερη παραγωγή που έχει γίνει στο ελληνικό σινεμά. Τα μεγάλα θέματα, τα ουσιαστικά, ή δεν τα πιάνεις καθόλου ή τα κάνεις με το production value που τους αξίζει. Η Tanweer το έκανε με το παραπάνω. Έφτασαν και φορές που είπα ας το κόψουμε αυτό απ΄το σενάριο, ας μην το κάνουμε, καταλαβαίνω ότι έγραψα κάτι πολύ ακριβό και η απάντηση ήταν όχι, δεν θα είναι ολοκληρωμένο αν δεν τα κάνουμε και αυτά. Είναι προς τιμήν τους. Για μένα είναι μία εταιρεία πρότυπο η Tanweer».
Ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Καραντινάκης λέει για το δύσκολο έργο της κινηματογραφικής μεταφοράς μιας ιστορικής ταινίας: «Η δική μου ευθύνη είναι απέναντι στον κόσμο. Θέλουμε ο κόσμος να δει μία ταινία και να μη θεωρήσει ότι έχει προδοθεί. Μία ταινία εποχής στην Ελλάδα είναι πολύ δύσκολη για πολλούς λόγους. Πρώτα από όλα για λόγους προϋπολογισμού, δεύτερον για τους χώρους και τρίτον γιατί δεν υπάρχουν υποδομές για ένα τέτοιο εγχείρημα. Παρ’ όλα αυτά βρέθηκαν όλα όσα χρειάζονται για να υλοποιηθεί αυτό το όραμα».
Μετά την εξασφάλιση των ιδανικών ηθοποιών για τον κάθε ρόλο, οι δημιουργοί της ταινίας έστρεψαν το βλέμμα τους στην άρτια απόδοση της ατμόσφαιρας της Σμύρνης, που θεωρούνταν το Παρίσι της Ανατολής, στις λαμπρές και τις δραματικές στιγμές της. «Το κοινό θα δει την απεικόνιση μιας πόλης που ζει μόνο στη φαντασία μας, της ωραίας Σμύρνης, που δεν υπάρχει πια. Το Ισμίρ είναι τελείως διαφορετικό. Αυτή η νοσταλγία που έχουμε για κάτι που δεν ξέρουμε, αλλά που έχει μείνει μυθικό, θα το δούμε σαν εικόνα. Η σκηνογραφική δουλειά είναι ασύλληπτα καλή, όπως και η ενδυματολογική, και βασίζονται σε φωτογραφίες της εποχής. Το κοινό θα δει αυτή την πόλη, θα δει τα ήθη, τα έθιμα, τις μαγειρικές, τις μουσικές, τον τρόπο που ζούσαν. Και νομίζω ότι θα δει και την πιο τραυματική σελίδα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αυτή που έχει μείνει μέσα μας. Έχουμε κι άλλες τραυματικές στιγμές, αλλά αυτή μαζί με τον εμφύλιο είναι μία πληγή που δεν έχει επουλωθεί» επισημαίνει η Μιμή Ντενίση.
Ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Καραντινάκης δηλώνει ενθουσιασμένος για το επίπεδο της σκηνογραφικής επιμέλειας της ταινίας, που πήρε σχεδόν πέντε μήνες προετοιμασίας και απασχόλησε 100 άτομα: «Δημιουργήθηκαν υπέροχα ντεκόρ, πήγαμε σε διάφορα μέρη, μοιράσαμε τα location. Έτσι, αυτό που θα δει στο τέλος ο θεατής είναι το σύνολο ενός σύμπαντος που λέγεται Σμύρνη και πιστεύω ότι θα πειστεί. Τουλάχιστον εμείς με όλα τα υλικά που μελετήσαμε, τα ντοκιμαντέρ που είδαμε, θεωρώ ότι είμαστε σε ένα μεγάλο βαθμό πάρα πολύ κοντά».
Η σκηνογραφική ομάδα βυθίστηκε στην ατμόσφαιρα της εποχής και όχι μόνο απέδωσε την υλική διάσταση, αλλά φιλοδοξεί ο θεατής της αίθουσας «να μπορέσει να γευτεί, να μυρίσει αυτή την εμπειρία. Οι σκηνές της κουζίνας δίνουν την αίσθηση ότι μυρίζει παστουρμά όλο το δωμάτιο. Αυτό θελήσαμε να μεταφέρουμε στον θεατή. Απευθυνόμαστε όχι μόνο στην όραση και την ακοή, αλλά και στην αφή και την όσφρηση».
Ο σκηνοθέτης περιγράφει την περιπέτεια της παραγωγής: «Είναι μία μεγάλη παραγωγή. Πήγαμε στη Χίο, τη Μυτιλήνη, χτίσαμε το λιμάνι της Σμύρνης στο Φάληρο, ένα από τα μεγαλύτερα ντεκόρ που έχουν γίνει ποτέ. Το χτίσαμε με πιστότητα, με τσιμέντο, λάσπη, χώμα και κολώνες. Αποτυπώθηκε όλο το πλακόστρωτο κι έτσι δεν καταλαβαίνει ο θεατής πότε περνάει από τον ένα χώρο στον άλλον, γιατί είναι καλούπι και το πλακόστρωτο ήταν το κανονικό πλακόστρωτο που συναντάμε στις υπόλοιπες περιοχές. Πήγαμε στη Γαλλική Πρεσβεία για να κάνουμε κάποιους χώρους, πήγαμε στα εσωτερικά του Δημοτικού θεάτρου Πειραιά, πήγαμε στη Χίο για να αποτυπώσουμε κάποιους χώρους από τη βασική οικογένεια, στο σπίτι Αλεπουδέλη στη Μυτιλήνη, στο Λαύριο. Απλωθήκαμε δηλαδή αρκετά. Ήταν μία βεντάλια που απλώθηκε στα νησιά και εδώ στην Αττική για να αποτυπωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο όλη αυτή η πατίνα της εποχής».
Η σκηνογραφική ομάδα συμπληρώνει για την επιλογή της Μυτιλήνης:
«Η Μυτιλήνη μας έδωσε μία πολύ ωραία βάση. Το πλακόστρωτο ήταν ζήτημα, γιατί θέλαμε να βρούμε τους σωστούς δρόμους και τις σωστές υφές. Έχει επίσης μία αρχιτεκτονική που είναι κοντά στη Σμύρνη».
Η ταινία κορυφώνεται με τις σκηνές καταστροφής της Σμύρνης. Για τις ανάγκες αυτής της συνταρακτικής κλιμάκωσης, η σκηνογραφική ομάδα, έστησε και «έκαψε» την προκυμαία της Σμύρνης στο Παλαιό Φάληρο. «Η προβλήτα της Σμύρνης δεν υπάρχει πια και έπρεπε να κατασκευαστεί. Χρειάστηκαν τουλάχιστον 70 άτομα για το εγχείρημα. Πήρε περίπου 2 ½ μήνες».
Οι ηθοποιοί που είχαν την ευκαιρία να συμμετάσχουν στην ταινία δηλώνουν εκστασιασμένοι από το επίπεδο της παραγωγής, από τα σκηνικά και τα κουστούμια.
«Για μένα είναι η πρώτη φορά που συναντάω ένα τέτοιο επίπεδο παραγωγής. Πραγματικά πηγαίνοντας στο σετ νόμιζες ότι πήγαινες σε ένα χωριό, ήταν τόσος πολύς ο κόσμος. Δεν έγινε καμία έκπτωση ούτε στους κομπάρσους, ούτε στα σκηνικά, ούτε στα υπέροχα κοστούμια που σχεδίασε η Φωτεινή Δήμου. Ο όγκος των κοστουμιών ήταν πραγματικά τεράστιος» επισημαίνει ο Λεωνίδας Κακούρης.
«Ήταν πραγματικά σαν να ήρθε μία παραγωγή από το εξωτερικό στην Ελλάδα. Ήμασταν όλοι εντυπωσιασμένοι από την οργάνωση και την εκτέλεση. Η μεταφορά της προκυμαίας της Σμύρνης που έγινε στο Φάληρο ήταν συγκλονιστική. Τα κοστούμια της Φωτεινής Δήμου ήταν ασύλληπτα, τα έκανε με αγάπη και μεγάλη λεπτομέρεια» συμπληρώνει ο Κρατερός Κατσούλης.
Ο Γιάννης Εγγλέζος σημειώνει ότι ήταν «σαν να μπαίνεις στην εποχή. Είναι μία εμπειρία πάρα πολύ ολοκληρωμένη ως προς την εποχή εκείνη».
Η Κατερίνα Γερονικολού περιγράφει την εμπειρία της στο γύρισμα: «Φοράω τα υπέροχα κοστούμια της Φωτεινής Δήμου και περπατάω στα υπέροχα σκηνικά και έχω μεταφερθεί ήδη κάπου αλλού».
Για τη Νέδη Αντωνιάδη, η άρτια παραγωγή ήταν το μεγαλύτερο δώρο για τους ηθοποιούς. «Σ’ αυτή την παραγωγή, η κυρία Φωτεινή Δήμου έχει σχεδιάσει τα κουστούμια. Ειδικά για έναν ρόλο σαν της Αντζέλικα, που είναι λουσάτη, φανταχτερή και καλοντυμένη, τα κουστούμια βοηθάνε πολύ. Όταν τα φοράς, δεν μπορείς να κινηθείς σαν να είσαι στο 2021. Αμέσως σε πάνε πίσω στο χρόνο. Όπως και οι χώροι στους οποίους γυρίζεται αυτή η ταινία, δεν είναι στούντιο, κι αυτό προσθέτει όχι μόνο στην εικόνα, αλλά και στη σχέση που έχουμε εμείς οι ηθοποιοί με αυτούς τους χώρους».
Ο Özdemir Çiftçioglu σχολιάζει την αίσθηση που είχε η οικία Μπαλτατζή: «Η κουζίνα ήταν ένας τέλειος χώρος, το σπίτι επίσης. Σε παραπέμπουν σε μία άλλη εποχή τα σκηνικά. Όταν μπαίνω μέσα στο σπίτι νιώθω την ιστορία και τον πόνο που κουβαλάει αυτό το σπίτι».
Η Σμύρνη καίγεται
Μία ταινία για τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν θα μπορούσε να παραλείψει την πυρπόληση της Σμύρνης που ισοπέδωσε μέσα σε λίγες ώρες την κοιτίδα του πολιτισμού της Ιωνίας. Ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Καραντινάκης εξηγεί: «Το κοινό για πρώτη φορά θα δει τη Σμύρνη να καίγεται. Γνωρίζουμε όλοι εκείνα τα περίφημα δευτερόλεπτα του ντοκιμαντερίστα και ιστορικού ανταποκριτή της καταστροφής, που έχουν προβληθεί σε διάφορα ντοκιμαντέρ και έχουν αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη όλων. Κάναμε την αναπαράσταση τους για να δει ο θεατής τις αποπνικτικές συνθήκες των τελευταίων ημερών της καταστροφής που έζησαν οι άνθρωποι αυτού του διαβόητου συνωστισμού της προκυμαίας. Ο θεατής θα το βιώσει σε όλη την διάρκεια που θα μπορούσε να έχει αυτός ο συνωστισμός, θα δει το χρονικό της καταστροφής και θα το εισπράξει πάρα πολύ έντονα».
Ο Λεωνίδας Κακούρης λέει χαρακτηριστικά πώς βίωσε τις σκηνές της καταστροφή. «Οι σκηνές του κατατρεγμού και της καταστροφής της πόλης ήταν πραγματικά ανατριχιαστικές. Νομίζαμε ότι όντως συμβαίνει στην πραγματικότητα με τα άλογα, τα ποδοβολητά. Ήταν μία πολύ δυνατή εμπειρία και περιμένω και εγώ πραγματικά να δω πως αυτό θα έχει αυξηθεί με τη χρήση των εφέ».
Για να ολοκληρωθεί η κινηματογραφική εμπειρία του θεατή, η παραγωγή συνεργάστηκε με την κορυφαία εταιρεία οπτικών εφέ Υafka. Ο vfx supervisor Αντώνης Κοτζιάς παραδέχεται ότι όταν πριν από τέσσερα χρόνια τον είχαν προσεγγίσει για αυτό το τεράστιο εγχείρημα, δεν είχε πιστέψει ότι θα πραγματοποιούνταν τελικά εξαιτίας των απαιτήσεων της ταινίας. «Δεν έχει ξαναγίνει κάτι τόσο μεγάλο στην Ελλάδα. Έχω δουλέψει στις μεγαλύτερες ελληνικές παραγωγές τα τελευταία δέκα χρόνια. Κάτι τόσο μεγάλο σε τόσο χρονικό διάστημα δεν έχει ξαναγίνει» εξηγεί ο Κοτζιάς.
Περιγράφοντας τον όγκο της δουλειάς που χρειάστηκε, ο Κοτζιάς συνεχίζει: «Εκτός από την αναπαράσταση της εποχής, το μεγάλο ζητούμενο εφέ είναι η καταστροφή της Σμύρνης. Είναι οι φωτιές, οι καπνοί, τα κτίρια που γκρεμιζόντουσαν, τα πλοία της εποχής, ο πολλαπλασιασμός των ανθρώπων, γιατί αν και η παραγωγή είχε αρκετούς κομπάρσους, εκατοντάδες, εμείς τους κάναμε χιλιάδες για πολλά πλάνα. Έγινε, φυσικά, και πολλαπλασιασμός καραβιών. Το ζητούμενο ήταν να δούμε πώς ήταν η Σμύρνη και να τη δούμε και στην καταστροφή της. Και το στοίχημα ήταν να γίνει στον χρόνο που είχαμε».
Αποστολή της ταινίας
Αποστολή της ταινίας «ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ» δεν είναι να αναμοχλεύσει πάθη του παρελθόντος, αλλά να μιλήσει για ένα τεράστιο διεθνές πρόβλημα, το μεγαλύτερο ίσως σήμερα… Το προσφυγικό. Να θυμίσει πως ιστορίες σαν αυτή της Συρίας σήμερα έχουν ξανασυμβεί στο παρελθόν και μάλιστα στους Έλληνες, που ίσως γι’ αυτό αγκαλιάζουν μ’ αγάπη και γενναιοδωρία τους σημερινούς πρόσφυγες.
Η δημιουργός Μιμή Ντενίση επισημαίνει για την κατεύθυνση που έχει το έργο της: «Δεν πιστεύω ότι οι ταινίες είναι διδακτικές, ούτε τα θεατρικά είναι διδακτικά. Δεν είμαι υπέρ της διδαχής. Ο τρόπος που έγραψα το σενάριο και το θεατρικό είναι ότι παραθέτω όλα τα γεγονότα, βάζω έναν ήρωα βασιλικό, έναν ήρωα βενιζελικό, μία Ελληνίδα που λέει τα πιστεύω της, και έναν Τούρκο που μας λέει την πλευρά των Τούρκων. Βάζω και τους Ευρωπαίους, που εγώ θεωρώ ότι ήταν φοβερά αδιάφοροι και ανάλγητοι. Βλέπουμε και το τι λένε, όμως, κάποιοι Ευρωπαίοι που βοήθησαν, όπως ο Horton. Το σενάριο της ταινίας παραθέτει τα γεγονότα και εσύ αποφασίζεις ποιος έχει δίκιο ή όχι».
Ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Καραντινάκης πιστεύει ότι για πρώτη φορά θα δούμε και ίσως θα καταλάβουμε τι έγινε εκείνη την περίοδο. «Μην ξεχνάμε ότι υπήρχαν Αμερικανοί, Γάλλοι, Ιταλοί, Άγγλοι, Έλληνες, Εβραίοι, Τούρκοι και Ολλανδοί στη Σμύρνη. Ήταν ένα εμπορικό κέντρο η Σμύρνη. Γλώσσες, γεύσεις, μουσικές. Ο θεατής θα το δει μπροστά στα μάτια του. Αλλά θα δει και πράγματα τα οποία δεν γνώριζε όπως δεν τα γνώριζα και εγώ, κάποια πράγματα που μέσα από τη μελέτη ήρθαν στην επιφάνεια. Δεν είναι, όμως, μόνο η ιστορία της Σμύρνης. Η ταινία δείχνει πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν κάποια συμφέροντα καθοδηγούν μία κατάσταση και το έγκλημα που μπορεί να διαπραχθεί. Στην ιστορική διαδρομή της ιστορίας βλέπουμε πράγματα σαν μοτίβο σε ένα σπιράλ, όπου οι ιστορίες επαναλαμβάνονται. Βλέπουμε τους πρόσφυγες τότε και τώρα. Η ξύλινη βάρκα γίνεται πλαστική, τα σωσίβια αποκτούν άλλο χρώμα, όμως η ουσία, ο πυρήνας αυτής της απώλειας του οικείου χώρου σου για να ταξιδέψεις, να διαπεράσεις στη θάλασσα και να βρεθείς σε έναν άλλο τόπο, υφίσταται ακόμα και σήμερα. Πιστεύω ότι είναι τα ίδια συμφέροντα που τότε έσπρωξαν κάποιους ανθρώπους να εγκαταλείψουν την εστία τους, τα ίδια συμφέροντα ωθούν τους ανθρώπους να είναι ανέστιοι σήμερα. Τίποτα σχεδόν δεν αλλάζει και η ιστορία επαναλαμβάνεται».

Google NewsΑκολουθήστε το LimnosNea.gr - ΡάδιοΆλφα στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσειςαπό την Λήμνο και τον κόσμο.

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Δείτε Επίσης
Close
Back to top button