Επίκαιρα

Οι Έλληνες δεν ξέρουμε να κολυμπάμε

Οι Έλληνες δεν ξέρουμε να κολυμπάμε

 Επιμέλεια Θ. Δημητριάδης

Ζούμε σε μια «θαλασσινή» χώρα, αλλά σύμφωνα με τις επίσημες καταγραφές έχουμε περίπου 400 θανάτους κάθε χρόνο στη θάλασσα. Μετά τις πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις για υποχρεωτική παρουσία ναυαγοσωστών στις οργανωμένες παραλίες, οι θάνατοι και οι πνιγμοί μειώθηκαν κατά πολύ. Παρ’ όλα αυτά, το 62% των Ελλήνων δεν ξέρουν να κολυμπούν. Τα τροχαία ατυχήματα στη χώρα μας είναι η πρώτη αιτία θανάτων. Δεύτερη αιτία θανάτων δυστυχώς είναι οι πνιγμοί. Πού οφείλεται αυτό;

Το κολύμπι πρέπει να το μαθαίνουν τα παιδιά μας, όπως μαθαίνουν τα Αγγλικά, μουσική και άλλα αθλήματα. Από πολύ μικρή ηλικία, από το νηπιαγωγείο. Γιατί στις παραλίες μας συναντάς συχνά ανθρώπους από ξένες χώρες, χωρίς μεγάλη ακτογραμμή όπως η δική μας, να κολυμπούν πολύ πιο άνετα και πολύ πιο προσεκτικά από εμάς;
Οι Έλληνες δεν έχουμε κολυμβητική παιδεία, όπως αυτή που έχουν οι Κεντροευρωπαίοι που η κολύμβηση υπάρχει ως μάθημα από τις πρώτες βαθμίδες εκπαίδευσης, από το νηπιαγωγείο. Αυτή η έλλειψη, σε συνδυασμό με το μεσογειακό ταμπεραμέντο μας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ατυχήματα.

Κάποιοι γονείς δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να στείλουν τα παιδιά τους στο κολυμβητήριο ή δεν είναι σε περιοχές κοντά σε θάλασσα, δεν έχουν δηλαδή τη δυνατότητα να μάθουν σωστή κολύμβηση. Ως αποτέλεσμα, στη δύσκολη στιγμή, σε ένα κύμα, σε ένα ρεύμα, δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν.

Συχνά τα αίτια των πνιγμών είναι άλλα, δηλαδή παθολογικά. Πάντως, τα περισσότερα περιστατικά αφορούν είτε εφηβικές – νεανικές είτε τις μεγαλύτερες ηλικίες και, κατ’ εξοχήν, τους άνδρες, οι οποίοι εμφανίζονται περισσότερο απερίσκεπτοι και, τελικά, είναι τα τρία στα τέσσερα θύματα. Επίσης έχουμε διπλούς και τριπλούς πνιγμούς, και πάλι λόγω ιδιοσυγκρασίας, και αυτό οφείλεται στο ότι εάν δούμε ένα περιστατικό, κάποιον να πνίγεται ή να ζητάει βοήθεια, μπαίνουμε αμέσως να βοηθήσουμε και, τελικά, πνιγόμαστε και εμείς.

Μπορεί να ζούμε σε μια χώρα που βρέχεται από τρεις θάλασσες (Αιγαίο, Κρητικό, Ιόνιο), μπορεί να έχουμε Έλληνες Ολυμπιονίκες στην ιστιοπλοΐα και άλλους σε θαλάσσια αθλήματα, αλλά η Ελλάδα κατέχει τη θλιβερή πρωτιά σε πνιγμούς.

Ο καθηγητής φυσικής αγωγής και υπεύθυνος εκπαίδευσης της σχολής ναυαγοσωστών Lifeguard Hellas Σπύρος Μητριτσάκης και η διευθύντρια της σχολής Μάνια Μπικώφ εξηγούν τι συμβαίνει με τους πνιγμούς στη χώρα μας, γιατί οι Έλληνες δεν ξέρουν να κολυμπούν.

«Το 2018 για πρώτη φορά ξεπεράσαμε του 400 πνιγμούς, ενώ είχαμε μέσο όρο γύρω στους 340-350. «Τον Ιούνιο αν έχετε παρατηρήσει έχουμε τουλάχιστον έναν με δύο πνιγμούς την ημέρα και είναι αυτοί που καταγράφονται. Πάρα πολλοί δεν καταγράφονται. Πάρα πολλοί ενώ ξεκινούν ως πνιγμοί καταλήγουν εν ζωή μεν στο νοσοκομείο και εκεί καταγράφεται ο θάνατος οπότε δεν χρεώνεται ως πνιγμός. Η κατάσταση είναι τραγική.

Μεγάλο ποσοστό των θυμάτων είναι «άνθρωποι μεγάλης ηλικίας, μεγάλο ποσοστό είναι και τα παιδιά.

Και οι νέοι μπορεί να πέσουν θύματα πνιγμού γιατί υπερεκτιμούν τις δυνατότητές τους, κάνουν επικίνδυνα παιχνίδια στο νερό, πίνουν κτλ.

Τα χιλιόμετρα ακτογραμμής θα πίστευε κανείς πως θα μας εξοικείωναν με τη θάλασσα και τουλάχιστον η πλειονότητα θα είχε την ευκαιρία να μάθει να κολυμπάει. Όπως οι Έλληνες δεν ξέρουν να κολυμπούν.

Πρέπει να ορίσουμε τι σημαίνει κολυμπάω. Είναι άλλο επιπλέω δεν πνίγομαι και άλλο ξέρω να κολυμπώ. Οι περισσότεροι ξέρουν να επιπλέουν. Αλλά αυτό δεν σημαίνει εμπειρία στη θάλασσα. Κάθε χρόνο πάμε στη θάλασσα το καλοκαίρι, μπαίνουμε μέσα, δροσιζόμαστε, βγαίνουμε. Αυτό δεν βελτιώνει την κολυμβητική μας ικανότητα. Μάλιστα χρόνο με τον χρόνο την κάνει χειρότερη.

Κάποιος που δεν κολυμπάει συστηματικά δεν βελτιώνει το κολύμπι του, ούτε καν το κρατάει στο ίδιο επίπεδο, χρόνο με τον χρόνο μειώνεται. Η ικανότητα του μέσου ανθρώπου όχι μόνο στην Ελλάδα είναι απλά να επιπλέει. Άρα σε μία δυσκολία θα βουλιάξει εύκολα.

Η υπερεκτίμηση ο βασικότερος λόγος πνιγμού

Αυτό που πρέπει όλοι να γνωρίζουν, είναι ότι η θάλασσα θέλει σεβασμό. Ο βασικός λόγος πνιγμού είναι η υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων μας. Νομίζουμε ότι αντέχουμε, ότι μπορούμε. Απομακρυνόμαστε πολύ από την ακτή, κάποια στιγμή κουραζόμαστε, έχουμε κάποια παθολογικά προβλήματα και έτσι αυτό καταλήγει σε πνιγμό. Οπότε πρέπει πάντα να κολυμπάμε σε σημεία που πατάμε.

Όταν θέλω να κολυμπήσω στη θάλασσα δεν έχει νόημα να κολυμπάω 100 ή περισσότερα μέτρα από την ακτή, ώστε αν χρειαστώ βοήθεια να είναι δύσκολο να έρθει ή να αργήσει. Πάντα να κολυμπάμε κατά μήκος και κοντά στην ακτή.

Μπορώ να ασκηθώ, να ευχαριστηθώ το κολύμπι μου, κολυμπώντας κατά πλάτος στην παραλία σε σημείο που πάντα πατάω, ώστε αν νιώσω μία ζάλη, μία αδιαθεσία, ο,τιδήποτε, θα πατήσω, θα σηκώσω το χέρι να ζητήσω βοήθεια.

 

Τι να κάνουμε για να μην κινδυνεύσουμε όταν κολυμπάμε, ή αν δούμε κάποιον που κινδυνεύει

Εκτός από τη βασική αυτή συμβουλή, δηλαδή να κολυμπάμε κοντά στην ακτή και μέχρι εκεί που πατάμε, υπάρχουν και κάποια επιπλέον πράγματα που θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας για να είμαστε ασφαλείς.

  • Αν έχουμε φάει να περιμένουμε 2-3 ώρες πριν μπούμε στη θάλασσα. Εκτός που το στομάχι μας μαζεύει αίμα για να χωνέψει την τροφή – και το αφαιρεί από τον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα να ζαλιζόμαστε και να λιποθυμάμε –  ένας άλλος λόγος που δεν πρέπει να μπαίνουμε είναι ότι μπορεί να πνιγούμε από το ίδιο μας το φαγητό, το οποίο μέσα στο κρύο νερό μπορεί να κάνει οισοφαγική παλινδρόμηση και να φράξει το λαιμό μας.

Είναι δύσκολο να πεις σε κάποιον που ζεσταίνεται αλλά έχει φάει να μην μπει. Θα μπει. Άρα μιλάμε στο κενό. Έστω και έτσι, τουλάχιστον αν μπει μέχρι τη μέση δεν θα πνιγεί. Θα βραχεί, θα δροσιστεί, η θερμοκρασία του νερού θα ρίξει τη θερμοκρασία του σώματος..

  • Αν δούμε κάποιον που κινδυνεύει, νούμερο ένα κανόνας απαγορεύεται αν δεν είμαστε ειδικά εκπαιδευμένοι να τρέξουμε να τον βοηθήσουμε. Αυτό που έχει δείξει η πράξη και που είναι και διεθνής κανόνας, θα πνιγούμε και οι δύο.

Φυσικά, δεν θα μείνουμε άπραγοι.

Για να κινδυνεύει κάποιος και να είμαστε και εμείς εκεί, σημαίνει ότι θα υπάρχει εκεί γύρω μία μπάλα, ένα στρώμα, κάτι που να επιπλέει και να μπορούμε να του το δώσουμε. Πάμε προσεκτικά από μακριά και το δίνουμε να πιαστεί. Δεν θα κινδυνεύει πλέον, δεν θα κινδυνεύσουμε ούτε εμείς. Δεν θα πλησιάσουμε περισσότερο από δύο μέτρα στο θύμα γιατί θα κινδυνεύσουμε και οι δύο.

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button