Επίκαιρα

Αλκη Ζέη : Αναμνήσεις απ΄ την Τασκένδη

Στο δεύτερο καφέ του Σαββάτου 27/2/2021, έγινε αναφορά στην Αλκη Ζέη, την οποία έτυχε να ακούσω σε κάποια ομιλία της που αναφερόταν πως έφτασε στην Τασκένδη.

Πριν καμιά δεκαριά χρόνια το Ιδρυμα ης Βουλής των Ελλήνων σε κάποιο μισθωμένο κτίριο της οδού Αμαλίας στην Αθήνα είχε πραγματοποιήσει μιά έκθεση φωτογραφιών και κειμένων για τους Έλληνες πρόσφυγες στις χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Αφού περιηγηθήκαμε στην έκθεση υπήρχε ανακοίνωση οτι την τάδε ημερομηνία πριν τη λήξη της έκθεσης θα υπήρχε ημερίδα με σχετικούς ομιλητές μεταξύ των οποίων και η Αλκη Ζέη και έτσι παρακολούθησα και την “εσπερίδα” εκείνη, η Αλκη Ζέη ήταν σύντροφος-σύζυγος του Θεατρικού παραγωγού Γιώργου Σεβαστίκογλου ο οποίος είχε φύγει με τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας στις Ανατολικές χώρες και η΄Αλκη Ζέη ακολούθησε μέσω Ιταλίας κλπ.

Πέρισυ βρήκα όλα τα κείμενα εκείνης της ημερίδας σε βιβλίο που εκδόθηκε.

Σου στέλνω το κείμενο της ομιλίας της Αλκης Ζέη.

Καιτη Σαπέρα – Βρούντζου

 

Αλκη Ζέη

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΣΚΕΝΔΗ

Τασκένδη. «Τάσκεντ, όπως λέγεται στα ρωσικά, που το μεσαίο της γράμμα μοιάζει με τρίαινα του Ποσειδώνα χωρίς το κοντάρι της». ΄Ετσι έγραφα στο μυθιστόρημά μου Η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα. Εκεί είχαν καταφύγει οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού στον Εμφύλιο. ΄Η μάλλον εκεί τους είχαν πάει κρυμμένους μέσα σε αμπάρια φορτηγών πλοίων και ύστερα σε τραίνα για να φτάσουν μετά πολυήμερο ταξίδι στην Τασκένδη, στην καρδιά της κεντρικής Ασίας.

Μαζί τους ήτανε και ο άντρας μου, Γιώργος Σεβαστίκογλου, τον οποίο συνάντησα μετά πέντε χρόνια, όταν κατόρθωσα να φτάσω κι εγώ στην Τασκένδη. Ούτε ήξερα που βρίσκεται. Φτάνοντας ύστερα από πολλές περιπέτειες στη Μόσχα τον Απρίλη του 1954 με έβαλαν σε ένα τρένο που ταξίδευα πέντε νύχτες και τέσσερις μέρες για να φτάσω, διανύοντας μια απέραντη στέπα.

Η Τασκένδη τότε, τώρα δεν ξέρω πως είναι, ήταν μια καταπράσινη πόλη στην καρδιά της στέπας. Πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν και γύρω της το Ισλαμαμπαντ, το Καζακστάν, το Τουρκμενιστάν και όχι μακριά από τη Σαμαρκάνδη. Είχε μια κεντρική λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, με τεράστια δένδρα δεξιά και αριστερά και στην άκρη των πεζοδρομίων έτρεχαν ρυάκια. Τα αυτοκίνητα μετρημένα στα δάχτυλα, που και που περνούσε μια μαύρη λιμουζίνα με σκούρα κουρτινάκια στα παράθυρα. Υπήρχαν τραμ, λεωφορεία  μα πολύ συχνά καμήλες που παράβγαιναν τα τραμ σε ταχύτητα.

Στο Ουζμπεκιστάν υπήρχαν διάφοροι λαοί, Ρώσοι, Ουκρανοί, Αρμένιοι, Εβραίοι, Τάταροι, Τούρκοι. Οι περισσότεροι, κυρίως οι νέοι μιλούν ρώσικα μα διατηρούν και τη δική τους γλώσσα.

Κόσμος παράξενος κυκλοφορεί σα να βγήκαν από παραμύθια της Χαλιμάς. ΄Αντρες και γυναίκες ντυμένοι με καφτάνια πολύχρωμα. Κοπέλες. με τα μαλλιά πλεγμένα αμέτρητες κοτσίδες. ‘ Ολοι με λοξά μάτια και εξογκωμένα μήλα. Οι Ουζμπέκοι. Ανάμεσά τους άλλος κόσμος ξανθοί και γαλανομάτηδες με παλιομοδίτικα ρούχα και οι περισσότερες γυναίκες φορούσαν παπούτσια χοντροτάκουνα σαν κι αυτά που φορούσαν στην Ελλάδα πριν από τον πόλεμο.

Είναι οι Ρώσοι.

Εκτός από την κεντρική λεωφόρο και λιγοστούς δρόμους ακόμα που είναι ασφαλτοστρωμένοι οι υπόλοιποι είναι χωματόδρομοι. Μεγάλα άχαρα κτίρια που μοιάζουν περισσότερο με στρατώνες. Στην κεντρική πλατεία όμως ένα τεράστιο δαντελωτό κτίριο, η ΄Οπερα. Πιο πέρα η παλιά πόλη με μικρά σπίτια από πλίνθες, τριγυρισμένα όμως από κηπάκια γεμάτα λουλούδια κυρίως τριαντάφυλλα και λαχανικά. Ακόμα σε μικρές πλατείες υπάρχουν κάτι ξύλινα περίπτερα με σκεπή και κολώνες. Οι ταϊχανάδες όπως τους λένε, που αντιστοιχούν με τα δικά μας καφενεία. Κατάχαμα κάθονται άντρες με μακριές γενειάδες, φορούν καφτάνια σφιγμένα στη μέση, ανοιχτά μπροστά, αφήνοντας το στήθος γυμνό, χειμώνα καλοκαίρι. Στο ένα χέρι κρατούν μια κούπα με αχνιστό τσάϊ και με το άλλο διώχνουν νωχελικά τις μύγες.

΄Ένα πρωί, ξύπνησαν οι Ουζμπέκοι  και είδαν ξαφνικά ένα περίεργο λαό να κυκλοφορεί ανάμεσά τους, πολλοί άντρες, λιγότερες γυναίκες, όλοι ντυμένοι στρατιωτικά και να μιλούν μια παράξενη γλώσσα που σε τίποτα δε θύμιζε όλες όσες είχαν, που δεν ήταν και λίγες.

Περίπου δεκαπέντε χιλιάδες υπολογίζουν τους ΄Ελληνες που έφτασαν στην Τασκένδη. Τους μοίρασαν σε 14 πολιτείες όπως τις έλεγαν. Κάθε πολιτεία ήταν περιμαντρωμένη σαν στρατόπεδο και μέσα είχε ομοιόμορφα τσιμεντένια κτίρια. Τα είχαν παλιά για Γιαπωνέζους αιχμαλώτους. Τα περιποιήθηκαν όσο μπορούσαν για να δεχτούν δεκαπέντε χιλιάδες κόσμο. Βέβαια έμεναν πολλοί σε κάθε δωμάτιο μα βρήκαν κρεβάτια με καθαρά σεντόνια. Τα αντρόγυνα έμεναν τρία τρία και χώριζαν τα κρεβάτια και λίγο χώρο ακόμα ίσα ίσα να χωρά μια καρέκλα, με κρεμασμένες κουβέρτες.

Οι περισσότεροι ήταν από χωριά της Ελλάδας, λίγοι από πιο μεγάλες πόλεις και μετρημένοι στα δάχτυλα οι Αθηναίοι. Τον πρώτο καιρό κυκλοφορούσαν με στρατιωτικά. Τους έδωσαν ρούχα, μα ίσως ένοιωθαν πως ντυμένοι στρατιώτες ήταν έτοιμοι να φύγουν με το πρώτο πρόσταγμα, να γυρίσουν στην Ελλάδα. Δεν είχαν παραδεχτεί πως είχαν νικηθεί. Οι γυναίκες μάλιστα δεν ήθελαν καθόλου να βγάλουν τα στρατιωτικά και αναγκάστηκαν οι Σοβιετικοί να πούνε στην καθοδήγηση των Ελλήνων της Τασκένδης να δώσει εντολή να φορέσουν τα φορέματα και το επανωφόρι που πρόσφεραν σε κάθε γυναίκα. «Μ’ αυτό το φόρεμα ξύπνσε η γυναίκα μέσα μας», μου διηγήθηκε η ΄Ελλη, μια γυναίκα από τη Νάουσα. ‘ Όσες ήξεραν να ράβουν διόρθωναν πάνω μας τα φουστάνια που μας έδωσαν. Πολλές ήταν στο βουνό δύο και τρία χρόνια. Τα μαλλιά κοτσίδες, που καιρός για χτένισμα. Αρχίσαμε να κόβουμε τα μαλλιά μας να τα τυλίγουμε σε ρολά, να περιποιούμαστε».

Η Τασκένδη έχει πολλά εργοστάσια. Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την παραγωγή και επεξεργασία βαμβακιού. Υπήρχε εργοστάσιο εκκοκκιστήριο, υφαντουργείο, κλωστοϋφαντουργείο, αλλά και εργοστάσιο για ράδιο, λάμπες αεροπλάνων, υποβρυχίων. Εργοστάσιο βαριάς βιομηχανίας, εργοστάσιο παραγωγής μπύρας, σαμπάνιας και άλλα πολλά. Το Ουζμπεκιστάν είναι πλούσιο σε πρώτες ύλες, φυσικό αέριο, πετρέλαιο, πλούσιο σε γεωργικά προϊόντα.

΄Ετσι στα εργοστάσια υπήρχε δουλειά για όλους. Αν κανένας ήθελε να σπουδάσει, αφού βέβαια μάθαινε τη γλώσσα, έπρεπε να πάρει την έγκριση του κόμματος, όχι του Σοβιετικού αλλά του ελληνικού. Κι έτσι άλλοι με λίγα προσόντα σπούδαζαν. Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου, ο Αντώνης Γιαννίδης και ο Μάνος Ζαχαρίας που στο βουνό ακόμα είχαν κινηματογραφικό συνεργείο, πήραν εντολή να κάνουν θεατρική ομάδα, που όταν έφτασα εγώ μετά πέντε χρόνια είχαν σχηματίσει ένα θίασο αντάξιο πολλών ελληνικών. ΄Οσο για το όνειρο του Γιώργου του Μάνου και του Γιαννίδη να πάνε στη Μόσχα για ανώτερες σπουδές θεάτρου και κινηματογράφου, έπρεπε να γίνει το 20ο συνέδριο του  Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής ΄Ενωσης, τα γεγονότα της Τασκένδης-τα αναφέρω παρακάτω-, να αλλάξει η κομματική ηγεσία του ελληνικού κώματός σε λίγο. Το κόμμα απλώς τους άφησε να φύγουν από την Τασκένδη.

Εγώ έφτασα στην Τασκένδη τον Απρίλιο του 1954. ΄Υστερα από δύο χρόνια που έμεινα στη Ρώμη περιμένοντας τη σοβιετική βίζα. Πολύ αργότερα κατάλαβα πως αν ήθελε ο Ζαχαριάδης θα μιλούσε στους Σοβιετικούς και θα τη έπαιρνα σε λίγες μέρες. Αλλά δεν μίλησε γιατί ο Γιώργος δεν ήτανε από τους κολλητούς του.

Μια φορά τον συνάντησα στη ζωή μου τον Ζαχαριάδη, λίγο αφού έφτασα στην Τασκένδη. ΄Ηρθε για ένα συνέδριο. Καθόμουν κοντά στον διάδρομο στην αίθουσα του συνεδρίου. Ο Ζαχαριάδης πέρασε από δίπλα μου. Κάποιος φαίνεται τον πληροφόρησε ποια είμαι. Κοντοστάθηκε με κοίταξε και είπε: «Σου ψήσαμε το ψάρι στα χείλια για να σε φέρουμε». ΄Εφυγε σαν αστραπή να ανέβη στην έδρα. ΄Ολοι τον χειροκροτούσαν εκτός από μένα.

Να πως περιγράφει την άφιξή μου στην Τασκένδη μια κοπέλα από τη Δράμα που αργότερα γίναμε φίλες: Σήμερα ήρθε από τη δουλειά η Κλάρα, μια πατριώτισσα μου με φωνές και κλάματα. «Γιατί να βγώ από το δωμάτιό μου, γιατί; Τι κι αν έρχεται η γυναίκα του Σεβαστίκογλου». Της είχαν προτείνει να αλλάξει το δωμάτιο της που ήταν λίγο πιο μεγάλο με του Γιώργου που δύο δεν χωρούσαμε με τίποτα. Η Κλάρα το πήρε πεισματικά, αλλά μετά από συμβουλές και παρακάλια δέχτηκε την αλλαγή.

«Η γυναίκα του Σεβαστίκογλου. Η ΄Αλκη Ζέη, έρχεται ύστερα από φυλακές εξορίες. Τα κατάφερε μέσω άλλων κρατών. ΄Εχει έξι χρόνια να δει τον άντρα της».

Τρέχουν όλοι του θεάτρου να περιποιηθούν το δωμάτιο. ΄Οσο γίνεται βέβαια. Και οι σκέψεις όλων μας. Πως θα είναι άραγε; Καμιά παράξενη, ψηλομύτα;…

΄Ηρθε, καλά έπαθε σοκ με αυτό το…  πολυτελές δωμάτιο που συνάντησε. ΄Ένα σιδερένιο κρεβάτι, ένα τραπέζι, μια καρέκλα, ένα παρδαλό ύφασμα στερεωμένο με βίδες στον τοίχο για ντουλάπα και ένα τενεκεδένιο ντεποζιτάκι με βρύση που το είχαμε βάψει για να ομορφύνει, μπλέ καθώς και την τσίγκινη λεκάνη που ακουμπούσε επάνω σένα σκαμνί.

΄Όχι δεν ήταν ψηλομύτα. Σε λίγες μέρες έγινε φίλη μας λες και μας ήξερε χρόνια και τα μοιράστηκε όλα μαζί μας…

Κι όταν σε ένα χρόνο γέννησε την κόρη της που την έβγαλε Ειρήνη, γιατί εκείνο τον καιρό ο Σεβαστίκογλου ανέβαζε την Ειρήνη του Αριστοφάνη, εμείς οι πιο ‘ «έμπειρες» της παρασταθήκαμε.»

Πράγματι έπαθα σοκ κι αν δεν ήταν η χαρά της συνάντησησς με τον Γιώργο κι η πολύτιμη βοήθειά του, όπως του Μάνου Ζαχαρία και του Αντώνη Γιαννίδη δεν ξέρω πως θα τα έβγαζα πέρα.

Το περίφημο δώματιό μας βρισκότανε στο δεύτερο όροφο ενός διωρόφου σπιτιού που ανήκε στη 13η πολιτεία, μα βρισκότανε έξω από αυτή. Φαντάζομαι πως πριν κατοικηθεί από τους ΄Ελληνες πρέπει να ήταν γραφεία. ΄Ενας στενός διάδρομος πάνω κάτω και δεξιά κι αριστερά δωμάτια. Ούτε μπάνιο ούτε τουαλέτα. Στον μικρό κήπο του σπιτιού υπήρχε στο βάθος μια αποθήκη κι εκεί είχαν φτιάξει μια υποτυπώδη τουαλέτα. Μπάνιο κάναμε σε σκάφη μέσα στην αποθήκη αλλά όταν έπιανε κρύο, μέσα στα δωμάτια που κουβαλούσαμε νερό απ’ έξω και το ζεσταίναμε σε γκαζιέρες που είχαμε στο χωλ.

Ο κόσμος στα πέντε χρόνια που ζούσε εκεί πριν από μένα είχε στρώσει τη ζωή του. Δούλευαν, κέρδιζαν τη ζωή τους. Μερικοί σπούδαζαν. Είχαν μάθει ρώσικα. Οι περισσότεροι από χωριά που σαν θέαμα ήξεραν μόνο τον Καραγκιόζη, στην Τασκένδη μπορούσαν να δουν εξαιρετικό θέατρο, όπερα, μπαλέτο και να ακούσουν συναυλίες από διακεκριμένους μουσικούς. Πολλές φορές αναρωτιόμασταν με το Γιώργο πως τόσο σπουδαίοι καλλιτέχνες βρίσκονται στην Τασκένδη ακόμη και μεγάλης μόρφωσης καθηγητές Ρώσοι είχαν είχαν έρθει από τη Μόσχα από μεγάλα Πανεπιστήμια για να διδάξουν στα ΤΕΙ Τασκένδης. Βγάζαμε το συμπέρασμα πως τους έστελναν εκεί για να ανέβει το πνευματικό επίπεδο των Ουζμπέκων. ΄Ενας τέτοιος σπουδαίος καθηγητής μου έμαθε ρώσικα. Μετά το 20ο συνέδριο καταλάβαμε πως όλοι αυτοί ήταν εξόριστοι στην Τασκένδη χωρίς δικαίωμα να ταξιδέψουν στη Μόσχα και μετά το τέλος του συνεδρίου επέστρεψαν όλοι στα σπίτια. Βοηθούσε ο ένας τον άλλο και ειδικά εμένα που έφτασα ουρανοκατέβατη. Στον κήπο του σπιτιού είχαν φυτέψει λουλούδια και κάτω από μια πέργκολα είχαν βάλει ένα μεγάλο τραπέζι που πολλά καλοκαιριάτικα βράδια τρώγαμε όλοι μαζί.

΄Εγινε το 20ο συνέδρια και ξαφνικά ο κήπος αυτός κι όλο το σπίτι μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Στο 20ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής ΄Ένωσης ο Στάλιν που σαν πέθανε το 1953 τον έκλαψε όλη η Σοβιετική ΄Ενωση, για να μην πω όλος ο προοδευτικός κόσμος πάνω στη γη, γκρεμίστηκε από το βάθρο του. Μάθαμε για εγκλήματα για στρατόπεδα συγκέντρωσης. Βέβαια στην Τασκένδη τα νέα έφταναν πιο αργά και τμηματικά.

Σε ένα μεγάλο θέατρο ετοίμαζαν μια γιορτή για τον Ζαχαριάδη και ξαφνικά θόρυβος και αναμπουμπούλα. Διαδίδεται πως ο Ζαχαριάδης έφυγε κρυφά. Ο κόσμος σκορπίζεται τρέχει στις πολιτείες του και πολλοί στη 14η που βρίσκεται η διοίκηση του Κ.Κ.Τασκένδης, να μάθουν τι συμβαίνει. Πέφτει ξύλο να τι συμβαίνει. Η κεντρική επιτροπή έχει ταμπουρωθεί στο κτίριο που είναι τα γραφεία. Ο κόσμος που είναι μαζεμένος απ’ έξω φωνάζει « Να φύγετε, να φύγετε. Τώρα θα τα μάθουμε όλα, γιατί μας φέρατε ως εδώ». Οι ταμπουρωμένοι πετάνε από τα παράθυρα τούβλα και καρεκλοπόδαρα. Μα και οι κάτω αρχίζουν να δέρνονται μεταξύ τους. ΄Αγριο ξύλο. «Πως τολμάτε να βρίζετε τον αρχηγό». Αμέσως χωρίζονται σε ζαχαριαδικούς και αντιζαχαριαδικούς.

΄Ηρθε στο σπίτι ο Ιάκωβος που έμενε στο διπλανό μας δωμάτιο και μας έφερε τα νέα. «Σκοτώνται στη 14η πολιτεία.» Κι εκεί στον ήρεμο κηπάκο μας, παραταχθήκαμε ξαφνικά σε δύο στρατόπεδα. Ζαχαριαδικοί και αντιζαχαριαδικοί, δηλ. δογματικοί και αντιδογματικοί. Οι μισοί πιστέψαμε πως αρχίζει καινούρια ζωή και οι άλλοι θέλανε με πείσμα να κρατηθούν σε ό,τι και σε όποιον πιστέψανε έως τώρα. Ο Γιώργος πήγε στους φίλους μας τους καθηγητές τους Σοβιετικούς να μάθει τα νέα και τα έμαθε, για τον Στάλιν τα στρατόπεδα και τότε αυτοί του ομολόγησαν πως ήτανε εξορία στην Τασκένδη.

Γύρισε γρήγορα γιατί ανησυχούσε. Στους δρόμους οι δικοί μας δέρνονται, η αστυνομία τα έχει χάσει και μαζεύει να περιθάλψει τους δαρμένους. Οι Ουζμπέκοι, αυτοί πιά τα έχασαν εντελώς. Είχαν τους ΄Ελληνες για φιλήσυχο λαό με τα τραγούδια τους και τις γιορτές τους. Τι πάθανε ξαφνικά; Τι πάθαμε;

Μεσάνυχτα. Στο σπίτι μας μπαινοβγαίνει κόσμος. Ο Ζαχαρίας , Ο Γιαννίδης και όλο το θεατρικό τμήμα που όλοι είναι αντιδογματικοί. Οι πόρτες όλων των δωματίων είναι ανοιχτές. Μπαινοβγαίνει ο ένας στο δωμάτιο του άλλου και βρίζονται. Στο δικό μας έρχονται και βρίζουν. Βρίζουν εμένα δηλαδή. Τον Γιώργο τον σέβονται όλοι. ΄Ηρθε και η Κλάρα που θυμήθηκε πως όταν έφτασα στην Τασκένδη της πήρα το δωμάτιό της. Ποια νομίζω πως είμαι. Αυτή πολέμησε στο βουνό και έχει και τραύμα. Εγώ που κατέφθασα σαν κυρία και ρώτησα που είναι το μπάνιο; ΄Εκανε να με αρπάξει από τα μαλλιά με την σταμάτησαν οι άλλοι και ο Γιώργος την έβγαλε από το δωμάτιο. Ξαφνικά η κόρη μου, τεσσάρων μηνών, άρχισε να κλαίει, ξέχασα να τη θηλάσω! Η νύχτα προχωράει, μα κανείς δεν λέει να φύγει.

Μια στιγμή έρχεται ο Κώστας, που μένει στο διπλανό δωμάτιο, είναι μαζί μας. «Παιδιά», λέει «πρέπει να φύγουμε. ΄Εχω την πληροφορία πως έρχεται μια ομάδα οπλισμένη με ξύλα προς το σπίτι μας». Μείναμε όλοι άφωνοι και τότε σηκώθηκα εγώ, η… Μπουμπουλίνα, με το μωρό στην αγκαλιά και είπα «Δεν πάω πουθενά, εγώ δεν έφαγα ξύλο στην ασφάλεια και θα φάω στη Σοβιετική ΄Ενωση;»

«΄Εχεις δίκιο», μου είπε ο Γιαννίδης ο εξαίρετος αυτός ηθοποιός με το ασύγκριτο χιούμορ κυρίως στις δύσκολες στιγμές, «ο καλύτερος τρόπος για να πεθάνουν οι βασιλείς είναι ο θρόνος». ΄Εσπασε ο πάγος και γελάσαμε. Ο Γιώργος όμως με τον Ιάκωβο έκλεισαν την πόρτα κι έσυραν πίσω της ένα βαρύ κομμό. Δεν ήρθαν να μας δείρουν. Ξημέρωσε. Πιστέψαμε πως όλα θα αλλάξουν και στο κόμμα, το δικό μας ακόμα, και θα μάθουμε όλες τις αλήθειες. Τις μάθαμε άραγε ποτέ;

Εμείς σε λίγο καιρό πήγαμε στη Μόσχα κι ύστερα από κάμποσα χρόνια στην Ελλάδα.

Συλλογιέμαι αυτούς που δεν γύρισαν ποτέ πίσω στην Ελλάδα. ΄Όχι η δεύτερη και η Τρίτη γενιά που γεννήθηκαν και έζησαν εκεί. Αλλά οι άλλοι που ξεκίνησαν νέα παιδιά να κατακτήσουν την ίδια τους την πατρίδα και βρέθηκαν στα βάθη της Ασίας.

Αναρωτιέμαι αν ακόμα χωρίζονται σε ζαχαριαδικούς και αντιζαχαριαδικούς.

 

 

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button