UncategorizedΠεριοδικό

Η 28η Οκτωβρίου μέσα από την ποίηση !

Γράφει η Δέσποινα Παπαδοπουλου, φιλόλογος,  με το εξής συνοδευτικό: ο κείμενο  είναι αρκετά μεγάλο. Βέβαια θα μπορούσε να ήταν και μεγαλύτερο!!!

Η 28η Οκτωβρίου μέσα από την ποίηση

«Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο:

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος»

Οδ. Ελύτης

20 χρόνια μετά τη λήξη του Α Παγκόσμιου Πολέμου, ξέσπασε ο πιο αιματηρός στην ανθρώπινη Ιστορία, ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος με  εκατομμύρια  νεκρούς στρατιώτες και αμάχους.

Η 28η Οκτωβρίου του 1940 σηματοδοτεί την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο μετά το ηρωικό ΟΧΙ του ελληνικού λαού στο τελεσίγραφο της φασιστικής Ιταλίας. Τις ηρωικές σελίδες που γράφτηκαν στα βουνά της Πίνδου ακολούθησε η Γερμανική εισβολή και κατοχή βυθίζοντας τη χώρα μας στο σκοτάδι του ναζισμού. Ο ελληνικός λαός όμως δεν έσκυψε το κεφάλι, δεν συνεργάστηκε με τους κατακτητές, δεν «το έβαλε στα πόδια» αλλά αντιστάθηκε  κηρύσσοντας έναν απελευθερωτικό αντιφασιστικό αγώνα, για μια Ελλάδα ελεύθερη και ανεξάρτητη.

Ενδιαφέρον είναι να δούμε πώς αποτυπώθηκαν η 28η Οκτώβρη 1940  με το ηρωικό ΟΧΙ αλλά και τα χρόνια της Κατοχής στο έργο των  ποιητών και γενικά των ανθρώπων του πνεύματος και της διανόησης. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως δεν αντιμετώπισε όλος ο κόσμος της διανόησης με τον ίδιο τρόπο την σκληρή πραγματικότητα του πολέμου και της Κατοχής. Σε κάποια  λογοτεχνήματα της εποχής εμφανίζονται μοτίβα που ως επί το πλείστον δεν έχουν καμμιά σχέση με το κλίμα. Πολλοί συγγραφείς επιστρέφουν στην παιδική τους ηλικία ή ονειρεύονται ιδανικούς τόπους. Φυγή, αποστράτευση, νοσταλγία: αυτές είναι οι τάσεις μιας μεγάλης μερίδας λογοτεχνών την πρώτη
περίοδο της κατοχής με πρόσφατη και πικρή τη γεύση της ήττας. Εμείς όμως θα αναφερθούμε στους λογοτέχνες που βρέθηκαν στο μέτωπο ή αργότερα πήραν μέρος στην Αντίσταση, βίωσαν το αποτρόπαιο πρόσωπο του πολέμου και του τέρατος του ναζισμού,  ένιωσαν το μεγαλείο του αντιστεκόμενου λαού και της νεολαίας και θεώρησαν χρέος τους να εκφραστούν με αποτέλεσμα να  γράψουν αριστουργήματα.

 

Από τις πρώτες αντιδράσεις του πνευματικού κόσμου για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο ήταν εκείνη του ογδοντάχρονου πια ποιητή Κωστή Παλαμά (1859-1944) : Ο ποιητής τρεις μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου (1η Νοεμβρίου 1940), απευθύνεται στα νιάτα της Ελλάδας με ένα τετράστιχό του που επιγράφεται «Στη νεολαία μας». Ο ποιητής μετά από τρία χρόνια, στις 27 Φλεβάρη του 1943, έφυγε από τη ζωή και η κηδεία του μετατράπηκε σε παλλαϊκό συλλαλητήριο εναντίον των Γερμανών κατακτητών.

 

«Στη νεολαία μας»

 

«Αυτό κρατάει ανάλαφρο μες στην ανεμοζάλη

το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι,

αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα:

Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα.»

 ——————————-

 

Κώστας Βάρναλης (1884-1974)   «Το ΟΧΙ του λαού»

Το ποίημα «Το ΟΧΙ του λαού» είναι ένα από τα άγνωστα ποιήματα του Κώστα Βάρναλη που βρήκε στο αρχείο του ποιητή ο φιλόλογος και συγγραφέας Ηρακλής Κακαβάνης και δημοσίευσε στο βιβλίο του «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα». Το ποίημα στο αρχείο είναι άτιτλο, εμπνευσμένο από το ΟΧΙ και τους αγώνες του λαού. Τον τίτλο τον έδωσε η επιμελήτρια του αρχείου Θεανώ Μιχαηλίδου.

Το ΟΧΙ του λαού


«Ποιος είναι κείνος ο λαός, που λέει στους ξένους «όχι»
και που κρατάει κατάκορφα της λεφτεριάς τη λόχη
κι όντας οι λίγοι αφέντες του, που τον διαφεντεύγουν
τον παρατάν μεσοστρατίς και ασκώνονται και φεύγουν;

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που στάθηκε λιοντάρι,
όντας του πέσανε μαζί δυο κολοσσοί κουρσάροι
κι από τα ξένα οι αφέντες του, αντί να τον βοηθήσουν,
τα φκιάνανε με τον Οχτρό για να ξαναγυρίσουν.

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που πάντα προδομένος
πολέμαγεν αβοήθητος, ξυπόλυτος, δεμένος
και θάμπωνε τον ουρανό, τη γη και τα πελάη
κι ο πιο μεγάλος φάνταζε μικρός σ’ αφτόνε πλάι;

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που με καρδιά τσελίκι
πολέμαγε για λεφτεριά και πέθαινε για νίκη
μα τούχωναν μπαμπέσικα, τη μαχαιριά στην πλάτη
του ξένου η αρπάχτρα κάκητα, του ντόπιου η δόλια απάτη;

Όλ’ οι λαοί κι όλοι μικροί μεγάλοι κάθε τόπου
που αγωνιστήκανε να σώσουν την τιμή τ’ ανθρώπου
μα πιότερο ο ελληνικός, ο πρώτος μες τους πρώτους
πρώτος μέσα στους νικητές και μες τους αλυτρώτους»

————————–

Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991). Στα χρόνια του ελληνοϊταλικού πολέμου ’40-41 και της Κατοχής έζησε τη φρίκη και τις κακουχίες συμμετέχοντας ενεργά στην Αντίσταση.  

 

«Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο» 

 

«Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε; 

Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας

βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο

με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.

Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού: ένας κόσμος χαμένος.

Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.

Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ’ τα υψώματα του Μοράβα,

ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ’ τ’ αρπάγια της Τρεμπεσίνας.

Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, διπλωμένος με το ντουφέκι μου, 

παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου

δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,

δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,

γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,

αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν

αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα

μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ’ το χέρι του θεού

να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.

Η νύχτα μας βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ’ αμπριά.

εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ’ ασπαζόμαστε

μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας το κλουβί στο παράθυρο,

τα μάτια των κοριτσιών, το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορα μας,

την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ’ το χιόνι,

που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ’ το θάνατο.

Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.

Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,

Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.

Το ότι πέθαναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,

με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.

Ο ήλιος σας θα ‘ναι ακριβά πληρωμένος.

Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου

δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο)» 

 —————————

 

Γιάννης Ρίτσος (1909-1990 )

Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ο Ρίτσος φιλοξενείται σε σπίτι φίλων του. Η ασθένεια (φυματίωση) σε συνδυασμό με τις συνθήκες υποσιτισμού βάζουν  σε κίνδυνο την ήδη κλονισμένη υγεία του. Προσχωρεί στο μορφωτικό τομέα του ΕΑΜ. Ο σκληρός απολογισμός του χειμώνα της μεγάλης πείνας γίνεται στην «Τελευταία π. Α. [=προ Ανθρώπου] Εκατονταετία», που γράφεται το καλοκαίρι του 1942.

Τελευταία π. Α Εκατονταετία (απόσπασμα)

«Κατηφόρισαν με σκισμένα χιτώνια, με παλιά ντουφέκια

δίχως ψωμί στο γυλιό δίχως σφαίρες.

Μονάχα με μικρά οργισμένα ποτάμια κλείναν τα περάσματα πίσω τους.

Είχαν βαδίσει μήνες και μήνες πάνου σ’ άγνωστες πέτρες πάνου στο χιόνι μαζί με τις ελιές τους και τ’ αμπέλια τους—άλλος άφησε κει πάνου ένα πόδι ένα χέρι άλλος ένα μεγάλο κομμάτι απ’ την ψυχή του

καθένας κι έναν ή πιότερους νεκρούς.

Ύστερα γύρισαν με τις πληγές και τα κρυοπαγήματα

Θάψανε τα ντουφέκια τους στα βράχια, στο χιόνι, στις κουφάλες των δέντρων….»

 

——————————–

Γιώργος Σαραντάρης, ποιητής και δοκιμιογράφος γεννήθηκε το 1908. Εμφορούμενος από συναισθήματα φιλοπατρίας συμμετείχε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου όπου αρρώστησε από τύφο. Πέθανε ύστερα από την επιστροφή του στην Αθήνα το 1941.

 Ακόμα δεν μπόρεσα

«Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ 

πάνω στην καταστροφή 

δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους, 

δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε 

από τη συντροφιά μου, 

πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω 

και πως η μουσική των λουλουδιών, 

ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράγματα 

δεν έρχεται στ’ αυτιά τους· 

ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ’ άλογα που θα με φέρουν πλάι τους. 

Να τους μιλήσω, να κλάψω μαζί τους 

και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους· 

όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος, 

σαν τίποτα να μην είχε γίνει 

σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας.»

 

—————————————

 

Γιώργος Σεφέρης (1900- 1971). Ο ποιητής ως διπλωματικός ακόλουθος ακολούθησε την κυβέρνηση στο Κάιρο και στην Πραιτόρια της Ν. Αφρικής. Μέσα από την θέση του αυτή έζησε τα πολιτικά γεγονότα και τις ζυμώσεις μεταξύ των Ελλήνων πολιτικών και των συμμάχων, τις δολοπλοκίες και τους καιροσκοπισμούς ανθρώπων και υπηρεσιών τη στιγμή που ο ελληνικός λαός υπέφερε από την πείνα, τα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις. Τις εμπειρίες αυτές ο ποιητής τις καταγράφει στην ποιητική του συλλογή «Ημερολόγια καταστρώματος Β». Το τελευταίο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Τελευταίος σταθμός» γράφτηκε στις 5 Οκτωβρίου 1944 στο Σαλέρνο της Ιταλίας.

 

«Τελευταίος σταθμός» (απόσπασμα)

«…Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.»

——————————-

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)  «Το οικόπεδο με τις τσουκνίδες» Ανάγνωσμα Τέταρτο από το Άξιον Εστί. Αναφέρεται στα μπλόκα που έκαναν οι Γερμανοί στις γειτονιές της Αθήνας χρησιμοποιώντας τους κουκουλοφόρους για να τους υποδεικνύουν τους αγωνιστές.

«Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββά-
του, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες εζώσανε τον μικρό συνοι-
κισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλά-
κια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκα-
νε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα,
ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπε-
δο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ως κάτου, με
τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος
φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε
κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος
δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμ-
μή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και
τα κοντά μαύρα ποδήματα ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα.
Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να
πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους,
μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ‘ρχεται Αυ-
τός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες
ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε οποίον λάχαι-
νε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά
και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η
στιγμή να σταθεί και μπροστά στον Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλε-
ψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά
– μακριά μέσα στο μέλλον του – που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα
κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανα-
σηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο
Λευτέρης δε σάλεψε.
Πάνω σ’ εκείνη τη στιγμή, ο Μεγάλος Ξένος, αυτός που ακολου-
θούσε με τα τρία σιρίτια στο γιακά, στηρίζοντας στη μέση τα χέρια
του, κάγχασε: ορίστε, είπε, ορίστε οι άνθρωποι που θέλουνε, λέει,
ν’ αλλάξουνε την πορεία του κόσμου! Και μη γνωρίζοντας ότι έλεγε
την αλήθεια ο δυστυχής, καταπρόσωπο τρεις φορές του κατάφερε το
μαστίγιο. Αλλά τρίτη φορά ο Λευτέρης δε σάλεψε. Τότε, τυφλός
από τη λίγη πέραση που ‘χε η δύναμη στα χέρια του, ο άλλος, μη
γνωρίζοντας τι πράττει, τράβηξε το περίστροφο και του το βρόντηξε
σύρριζα στο δεξί του αυτί.
Και πολύ τρομάξανε τα παιδιά, και οι άνθρωποι με το μολύβι
στην όψη και το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα κέ-
ρωσαν. Επειδή πήγανε κι ήρθανε γύρω τα χαμόσπιτα, και σε πολλές
μεριές το πισσόχαρτο έπεσε και φανήκανε μακριά, πίσω απ’ τον
ήλιο, οι γυναίκες να κλαίνε γονατιστές, πάνω σ’ ένα έρμο οικόπεδο,
γεμάτο τσουκνίδες και μαύρα πηχτά αίματα. Ενώ σήμαινε δώδεκα
ακριβώς το μεγάλο ρολόι των αγγέλων.»

 —————————————

Άγγελος Σικελιανός (1884 -1951). Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σικελιανός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πνευματική αντίσταση του λαού, με κορυφαία εκδήλωση το ποίημα και το λόγο που εκφώνησε στην κηδεία του Παλαμά, το γνωστό «ηχήστε οι σάλπιγγες…καμπάνες βροντερές…σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα». Ακολουθεί το ποίημα  «Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940» (Δημοσιεύτηκε 15 του Νοέμβρη 1940, στο περιοδικό Νέα Εστία)

 «Το γένος βουλιαγμένο μες στον αιώνα 

να λυτρωθεί μονάχο του μπορεί

μα να ξυπνήσει πρέπει η πλέρια Μνήμη 

βαθειά του, αδάμαστη και τρομερή 

Κανείς δε θα ξεφύγει τη γενιά του! 

το βάρος της θα σπάσει ως τη στιγμή 

που βγαίνοντας από τη λησμονιά του 

στο φως που πια δεν στέκουν δισταγμοί,

……………..

Της ζωής θε να ντυθεί την πανοπλία, 

και μ’ ακέριο τον άγιο σκελετό 

των περασμένων, θα στηθεί στη γη του 

με το κεφάλι αλύγιστο κι ορτό! 

Ελέγαμε: ένα Μαραθώνα ακόμα! 

Ελέγαμε: Μια Σαλαμίνα ακόμα! 

Ελέγαμε: Ακόμα ένα εικοσιένα! 

Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, 

οπού αγκάλιασες κι ανύψωσες 

ολόκληρα τα περασμένα 

στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, 

στον υπέρτατο τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό! 

Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων! 

Ω ύψιστη ηθική στροφή μέσα στο χάος ολόκληρου του Κόσμου! 

Και μαζί, ω γιγάντια, πλέρια ιστορική καταβολή, από την οποία, 

Ν ι κ η τ έ ς, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, 

πρωτοπόροι της πνευματικής ανάπλασης ολόκληρης της γης! 

Ω Μέρα-Μάννα, που μας έσπασες ακέρια κι ως το ύστατο, 

όλα τα κρυφά εσωτερικά δεσμά μας! 

Ω κοσμοϊστορική Ελευθερία, τόσο βαθειά λαχταρισμένη! 

Να Σε! Σε κατέχουμε! Σε νιώθουμε! Σε θέλουμε! 

Και θε να Σε κρατήσουμε όλοι, 

στο τεράστιο ύψος που μας φανερώθηκες απ’ τα χαράματα 

των Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940, 

κι ως με τη συντέλεια των αιώνων, είτε ζήσουμε, 

είτε, αύριο που θα φέγγεις πάνω απ’ όλο τον πλανήτη το γιγάντιο φως Σου, 

θα βρισκόμαστε στα σπλάχνα Σου, ω Μητέρα, αθάνατοι νεκροί! 

 ——————————————-

 

Η διαμαρτυρία των Ελλήνων διανοουμένων. Πρόκειται για έκκληση των Ελλήνων διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας, αφετέρου δε διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

(δημοσιεύτηκε στις 10 Νοεμβρίου 1940 στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς»)

 

«Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμήν της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωση της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθιά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης, με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρώπινης ιστορίας. 

“Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός. Σ’ αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεση: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. 

 

“Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν’ απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου και να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθεια τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξει τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος. 

Κωστής Παλαμάς, Σπύρος Μελάς, Άγγελος Σικελιανός, Γεώργιος Δροσίνης, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος, Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Στρατής Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Αρίστος Καμπάνης.» 

 

(Σημείωση: διατηρήθηκε η ορθογραφία των ποιητών)

Δέσποινα Παπαδοπούλου 28 0κτωβρίου 2021

 

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Δείτε Επίσης
Close
Back to top button