Περιοδικό

Κ. Ανδριώτης : «… των τετελεσμένων θεοίς μεγάλοις» Μια απο θαλάσσης επίσκεψη στο ιερό των Καβείρων

Τα είπε όλα όσα είχε τα πει ο Δάσκαλος ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ το 1941,σαν να ήξερε οτι τόσο νέο θα τον  εκτελούσαν. (σημ. εκτελέστηκε απο τους Γερμανούς ναζί το 1942 ως κομμουνιστής)

Επισυνάπτω το κείμενο του που σε συνέχειες δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΛΗΜΝΟΣ το 1941 του Εμμ.Κωνσαντινίδη. Παρέλειψα κάποια τμήματα πολύ εξειδικευμένα για αρχαιολόγους-γλωσσολόγους.

Καιτη Σαπέρα.

Η φωτογραφια ειναι του Θύμιου Παλάντζα, από την πρόσφατη επίσκεψη στο χώρο των ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ

 

ΣΤΟ ΙΕΡΟ ΤΩΝ ΚΑΒΕΙΡΩΝ ΤΗΣ ΧΛΟΗΣ ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ  ΛΗΜΝΙΑΚΗ ΕΠΙΓΡΑΦΗ

Δημοσίευμα στην εφημερίδα ΛΗΜΝΟΣ του Εμμ.Κωνσταντινίδη σε συνέχειες Αύγουστος έως Οκτώβρης 1941

του Δάσκαλου ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΙΩΤΗ

Αγκαλιάζει ορμητικά κολπώνει και φουσκώνει η νοτιά, με την καφτερή της ανάσα το πανάκι, μόλις το ξεδιπλώνομε και το παραδίνομε στα φλογερά φιλιά της. Και στα ερωτικά της χάδια η βαρκούλα γέρνει ναζιάρικα και σκίζει μ΄αφρούς την σπηλαδιασμένη της Πουρνιάς θάλασσα.

Ξαπλωμένος  στην πλώρη, κάτω απ’ τη σκιά του πανιού, με τα πόδια γυμνά κρεμασμένα μέσα στο δροσερό νερό, προσπαθώ να ξεχάσω το μεσημεριατικο κάμα. Στρίβουμε ίσια κατά το βοριά. Στο τιμόνι ο υποχρεωτικός φίλος κ.Χ. Ασπρέλιας, λάτρης της σαγηνευτικής θάλασσας, νοσταλγός της μυρωμένης αύρας του πελάγους, ερασιτέχνης ναυτικός και καπετάνιος. Μ’ ευγενικιά προθυμία διέθεσε τη βάρκα του και τον εαυτό του για ένα αρμένισμα προς το… Παρελθόν προς τις αρχαιότητες του κόλπου.

Δεξιά μας παρελαύνει τιμητικά επικεφαλής, επίσημος μέσα στη σιγή του και στην ιστορική του αίγλη ο λόφος του Κότσινου. Ακολουθούν το Καλάμι, το Σβαράγγι, ακρογιαλιές και οι δυό μεσ’ την αγκάλη.

Παραπλέουμε τον πρώτο κάβο, το Ραν, όλο δεξιά και βάζομε πλώρη για την Ηφαιστία την «Παλιόπουλ» προς τα Β.Α. Και όπως πλησιάζομε σε  λίγο στην παραλία όπου δύο λόφοι χαμηλώνοντας σμίγουν σχεδόν στην επιφάνεια της θάλασσας, ένα κόκκινο ζωνάρι μέσα στα νερά σα να μας φράζει το δρόμο και σα να μποδίζει την είσοδο στο χώρο. Είναι λένε, προκυμαία λιμενοβραχίωνας παλιού λιμανιού πούπαθε καθίζηση και χάθηκε μέσα στα κύματα. Χαμηλά ντουβαράκια ξεροοτρόχαλα μονάχα διασχίζουν την μονοτονία της ξερής αυτής κοιλάδας. Πολλά απ’ αυτά είναι πέτρες ερειπίων οι  ίδιοι λέει οι γεωργοί τις μάζεψαν και τις στοίβαξαν έτσι καθαρίζοντας τα χωράφια των για την καλλιέργεια. Και πως πέρα στο βάθος της χαμηλής αυτής κοιλάδας που δύο δεντράκια μόνο αγωνίζονται να δώσουν κάποια χαρωπή νότα και ν’ απαλύνουν την ξερή την τραχιά της  εικόνα, ναούς ολόκληρους λέει ξανασκέπασαν με χώμα κι εξακολουθούν από πάνω τους μακάρια τώρα το όργωμα.

Και καταχωνιάστηκαν ξανά στα σκοτάδια της γης μαζί με τα ιερά των, οι χαρωποί κι ίλεροι θεοί, ωραίοι πάντα κι αθάνατοι, όσο αθάνατη θ’άναι για πάντα η ομορφιά του κόσμου που συμβόλιζαν, το φως του ήλιου (Απόλλων- Άρτεμις), η χαρά και το κέφι (Βάκχος-Διόνυσος), και η γλυκιά αγάπη που ομορφαίνει τη ζωή (Αφροδίτη).  Ω οι λιόχαροι, οι γελαστοί, οι ανθρώπινοι θεοί!  Ξανά στα Τάρταρα! Και δεν βρέθηκαν δύο μέτρα γης ούτε για τον πιο αρχαίο τοπικό θεό απ’ τη γη του νησιού του. Τον καλλιτέχνη τον ΄Ηφαιστο! Που με την μεταλουργία του έκανε απ’ αγρίμια τους ανθρώπους. ΄Εστω σαν σύμβολο. Και τους δίδαξε της τέχνης την ομορφιά. Και τους έκανε με τα μετάλλινά του εργαλεία να κυριαρχήσουν στη Φύση και στον Κόσμο. Τι αγνωμοσύνη! Ούτε αυτόν ακόμα. Δύο μέτρα μόνο γης για το ιερό του. Να χαιρετά το παιχνίδισμα του φωτός. Δυστυχισμένε!

Οι άνθρωποι αιώνια οι ίδιοι!

Και αυτό για λίγο ψωμί παραπάνω. Το «Πριμουμ βίβερε» πρώτα το φαΐ  στην πιο στιγνή του προσταγή PATER LEMNIOUS!

Μ’ αυτές τις σκέψεις στρίβουμε πάλι κατά το βορηά, ίσα πάνω στον κάβο «Εκατό Κεφαλές». Ω οι ωραίοι θρύλοι και παραδόσεις που κρύβονται σε χιλιάδες τέτοια τοπωνύμια.

Στα σκοτεινά χρόνια των κουρσάρων και του Μαλμπράνκα, εκατό αψείς κουρσάροι μαχαιρώθηκαν μεταξύ των δω πάνω, ποιος ν’ αρπάξει σκλάβα μια όμορφη Λημνιά αρχοντοπούλα που ξεμονάχιασαν με καρτέρι. Πόσοι τέτοιοι θρύλοι  τοπωνυμίων στο νησί μόνο για το «κούρσος»! Πόσο όμως ειρηνικός όπως όλα τ’ απόκοσμα του νησιού ακρογιάλια. Χωρίς καμμιά γεωλογική αγριότητα ανάλογη με τ’ όνομά του. ΄Ένα μαύρο βραχάκι κομμένο στη μέση, ένα μικροσκοπικό νησάκι, σα να πλέει κατά πάνω μας όπως γλιστρά η βάρκα. Σαν άγρυπνος φρουρός απόκρυφων θησαυρών ή πολεμικής ζώνης και λες κι έρχεται να μας κάνει… νηοψία. Κι όπως προχωρούμε και το κοιτούμε τώρα από πάνω φαντάζει σαν τεράστιο κεφάλι βουβαλιού που κολυμπά και κρατιέται ως το σαγόνι πάνω απ’ το νερό. Κι έτσι του αξίζει το όνομα «Βουβαλόπετρα». Οι « Εκατό Κεφαλές» υψώνονται τώρα πάνω από το κεφάλι μας. Κοφτό  κοκκινόχωμα με πλαγιαστές σειρές αργιλικών πετρωμάτων (σημάδια καθιζήσεως)  που όπως οι σκούρες από πάνω το πλαισιώνουν ως την κορφή και διαγράφουν μια απαλή καμπύλη, φαίνεται σαν κομμένο χοντρό παντεσπάνι με σοκολάτα από πάνω. Παραισθήσεις άραγε των καιρών;  ΄Ίχνη  τοίχους ακολουθούν την ακτή και περιβάλλουν μεγάλη έκταση γύρω στην Ηφαιστία. Ο ιστορικός της Λήμνου το θεωρεί νεότερο Ρωμαϊκό.

Τα υψώματα χαμηλώνουν και σβήνουν πιο πάνω στα «Πουρούδια» μια αλυσίδα μαυριδερούς μικρούς πωρόλιθους στην ακρογιαλιά. Τα προσπερνούμε στρίβοντας ανατολικά και μπαίνουμε στον απλόχωρο κόλπο του Σαράβαρ. Στις γύρω πλαγιές ασπρίζουν μερικά χωράφια θερισμένα και δυο-τρία τσοπανοκάλυβα.  Δυό συκιές κι εδώ θυμίζουν τη χλωρίδα, το πράσινο που υπάρχει στον κόσμο. Και καθώς προχωρούμε μέσα στον κόλπο, ξάφνου δεξιά άλλος στενόμακρος κολπίσκος, σαν διώρυγα προβάλλει και προχωρεί δυτικά προς την παραλία της Ηφαιστίας που βλέπαμε πρωτύτερα. Είναι το «Ταλιάνι» παλιός πορθμός ίσως σε προϊστορικά χρόνια, τότε που οι «Κάτω Κεφαλές» ως η περιοχή του, θ άταν κομμένες απ’ την Ηφαιστία, ένα νησί στην άκρη του κόλπου.

 

Και τώρα πάλι κατά πάνω πετά η βαρκούλα. Κατά τη Χλόη ένα κάβο που κλείνει από το βορηά τον κόλπο του «Σαράβαρ».  Εδώ έγιναν οι τελευταίες ανασκαφές, απ’ τους Ιταλούς. Και τα ευρήματα θάταν σοβαρά για να χτίσουν στην κορυφή του τρία σπιτάκια για τη διαφύλαξή των και για τη διαμονή που τ’ αντικρίζουμε κι όλας ψηλά ν΄ασπρίζουν. Τι νάταν όμως άραγε στη Χλόη; Ο σοφός ιστορικός της Λήμνου και βλαστός της ο Μοσχίδης στην Ιστορία του αγνοεί την Χλόη ως αρχαιολογικό χώρο και νεκρούπολη. Την αναφέρει μόνο χωρίς σχόλια, σαν ένα από τα πολλά πατριαρχικά κτήματα ως…Μοναστήρι, μαζί μ’ άλλα. « … τα παρά την Αγία Μελιτήνην χωριά του Βυσσίνου, του Σκανδάλη, τα καλύβια του Ρωσσόπουλου, η Αγία Σοφία… , η μονή της Χλόης».

Πλαίουμε «πλησίστιοι» πια στη Χλόη. Κοιτώ ν’ ανακαλύψω πουθενά χλόη για να δικαιολογήσω την ονομασία. Καφεδής από τα θυμαράκια ο κάβος, όπως κατεβαίνει προς τη θάλασσα. Μόνο ανάμεσα στους βράχους και το κοκκινόχωμα, κάτι μικρές βούλες πράσινες από ακόνιζες και κάπαρη. Τόσες που μόλις θ’ αρκούσαν για το πρόγευμα ενός φυτοφάγου.

Όλα τέλος πάντων  σχετικά στο μάταιο αυτό κόσμο. Οι μικροσκοπικές αυτές κηλίδες είναι χλόη για τη Λήμνο. Μα τι χανόμαστε. Σχετική ακόμα και η αλήθεια. Μα την Αλήθεια.

Πλησιάζουμε τους βράχους της Χλόης και πηδάμε επάνω, δίπλα στη Φωκιότρυπα. Είναι μια ενάλια σπηλιά που προχωρεί κάτω απ’ τη θάλασσα και κουφώνει το βράχο. Στο βάθος της λίγο πιο πάνω από το νερό διακρίνεις ένα σωρό από πρασινωπά και κίτρινα γιαλόβολα. Και πιο μέσα σαν να στρίβη δεξιότερα και προχωρεί άγνωστο πόσο και που. Μπροστά της δυό μακρόστενες προεκτάσεις  του βράχου σαν απλωμένα πόδια Σφίγγας, αφήνουν τη θάλασσα να περνά στο στενό-τόσο στενό που μόλις χωρά μια φελούκα- Σφίγγα κι αυτή που ζηλότυπα κρατά και κρύβει κάποιο μυστικό της. ΄Ώσπου να σιγουράρη το «πλήρωμα» τη  βάρκα εγώ βιαστικός παίρνω τον απότομο ανήφορο.

Σε λίγα λεφτά βρίσκομαι στην κορυφή του λόφου, ως 50 μέτρα πάνω απ’ τη θάλασσα, όπου είχα δει ν’ ασπρίζουν τα σπιτάκια των αρχαιολόγων. Τοίχοι μονάχα στέκουν όρθιοι με πεσμένους τους σοβάδες. Τ’ ανοίγματα από πόρτες και παράθυρα χάσκουν ορθάνοιχτα. Κι από πάνω ξέσκεπα όχι βέβαια από την καταιγίδα. Ο επιστάτης ο ίδιος μαθαίνω, μόλις έφυγαν οι αρχαιολόγοι, στην αρχή του πολέμου, έδωσε το σύνθημα της λεηλασίας και διαρπαγής. Με συναισθήματα ανάμικτα αγωνίας, προσδοκίας και… ντροπής αρχίζω την έρευνα από το πρώτο σπιτάκι, σ’ όλα τα καμαράκια με τη σειρά. Παντού η ίδια ερήμωση. Μα στο τελευταίο, το βορεινότερο, αποκορυφώνεται η αγανάκτησή μου κι η ντροπή μου για την νεοελληνική αθλιότητα.  Εδώ μέσα είχαν αφήσει οι αρχαιολόγοι πάνω από δέκα κάσες του πετρελαίου γεμάτες όλες αγγεία, αμφορείς, ληκύθους κλπ. Θάταν πάνω από 500 και σε καλή κατάσταση υποθέτω τα περισσότερα, με κάποια αξία, για να τα περιμαζέψουν και να τα τοποθετήσουν μέσα σε κιβώτια.  Κι εδώ έλαβε χώρα ο αθλιέστερος βανδαλισμός πάνω σε ιερές αρχαιότητες. Μπήκαν εδώ μέσα ανθρώπινα οντάρια, άδειασαν κάτω ένα σωρό και σπάσανε και τσαλαπάτησαν βάναυσα τα μνημεία αυτά της Τέχνης και της Ιστορίας της Πατρίδος των για ν’ αρπάξουν και κλέψουν δέκα άθλιες και ευτελείς γαζόκασες!

Στέκω ώρα και κοιτώ τον άμορφο σωρό με τα συντρίμματα τα απειροελάχιστα, αμίλητος από πόνο.

Βαρύθυμοι τραβούμε πιο πέρα κατά τα νότια όπου οι ανασκαφές έχουν ξεσκεπάσει μερικά κτίρια ένα γύρω. Διακρίνουμε τα θεμέλια και τα πλακόστρωτα. Μπροστά μια σαν αυλή τετράγωνη, χωρισμένη σε μικρότερα τετραγωνάκια σαν τα σπιτάκια περίπου που φτιάχνουν τα μωρά παίζοντας με τις «κοκκώνες».  Σ΄’ένα από τα τετραγωνάκια κόκκαλα ζώου μισολυωμένα ένα σωρό. Κάποιος βωμός-θυσιαστήριο εδώ. Από τα χονδρά δόντια φαίνονται βοδινά. Παραπέρα  ένας ευρύχωρος ναός με χοντρές κολώνες από πωρόλιθο λείες, σε κανονικές κιονοστοιχίες. Πολλές όμως απ’ αυτές τις βρίσκουμε πεσμένες ενώ οι αρχαιολόγοι τις άφησαν όρθιες. Το ιδιόμορφο αρχαιολογικό ενδιαφέρον για παρά, κρυμμένους θησαυρούς μυρίσθηκαν. Χρυσάφι. Το μόνο που νοιώθουν και σέβονται.

Που και που ανάμεσα στα ερείπια πυραμίδες τα κεραμίδια πλακωτά, κομμάτια από πιθάρια κάθε είδους. Μα τι στέρεα. Τα χτυπάς κάτω μ΄όλη σου τη δύναμη και κουδουνίζουν αντί να ραγίζουν. Ενώ κάνουμε ένα γύρω ακόμα για τελευταία φορά, ακούω λίγο πιο πάνω τον κ. Ασπρέλια να μου φωνάζει.

  • Ένα μάρμαρο εδώ με γράμματα
  • Με γράμματα; Αλήθεια;

Ρωτώ εγώ μ’ ενδιαφέρον αναπηδώντας,

  • Ναι, βλέπω κάτι γράμματα. Κάμποσες σειρές, εδώ πίσω μέσα στα χώματα ήταν πεσμένο.

Τρέχω μ’ αγωνία προς τα εκεί.

Στα χέρια του κρατούσε ένα μάρμαρο, αρκετά μεγάλο ως δέκα οκάδων. Σαν κάποια βάση με λακκούβα από πάνω τετράγωνη. Στη μία του επιφάνεια γεμάτη από κόκκινες κηλίδες απ’ την πολυκαιρία και τα χώματα, φαινόταν σκαλισμένα γράμματα 7 σειρές. Η τελευταία διαβάζεται με την πρώτη ματιά «… των τετελεσμένων θεοίς μεγάλοις»

Θεοίς μεγάλοις… Θεοί μεγάλοι. Μονολογώ με ικανοποίηση.

Λοιπόν οι Κάβειροι. Στο ναό των Καβείρων βρισκόμαστε. Γιατί ήξερα πως έτσι τους αποκαλούσαν. Μια επιγραφή που βρέθηκε στην ΄Ιμβρο σχετική από τον CONGE, αρχίζει έτσι «Θεοί μεγάλοι, Θεοί δυνατοί, ισχυροί και Κοσμείλε άναξ…» Κι είχα διαβάσει πόσες φορές από χρόνια μια άλλη μεγάλη επιγραφή στον μεγαλόπρεπο μαρμάρινο ναό των Καβείρων στη Σαμοθράκη, χτισμένο φαίνεται από τη βασίλισσα Βερενίκη γυναίκα του ΠΤΟΛΕΜΑΊΟΥ Α της Αιγύπτου: «Βερενίκη Πτολεμαίου Βασιλέως θεοίς Μεγάλοις».

Η μυστηριώδης λατρεία των Καβείρων, Φοινικικής καταγωγής μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και πρώτα στη Λήμνο, απ’ όπου διαδόθηκε και σ’ άλλα μέρη. Της Σαμοθράκης μάλιστα τα Καβείρια μυστήρια απέκτησαν αργότερα πανελλήνια φήμη, ισάξια με τα Ελευσίνια μυστήρια. Η λέξη ακόμη Κ ά β ε ι ρ ο ι  είναι Φοινικική και σημαίνει ισχυροί ( Όπως δα  και τ’ όνομα Λ ή μ ν ο ς  που σημαίνει λ ε υ κ ή και τα περισσότερα ελληνικά τοπωνύμια, τα ονόματα των θεών, όπλων, μετάλλων και λοιπών εννοιών πολιτισμού. Γιατί απ’ τους Πελασγούς οι Φοίνικες που  κατάχτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας και τα νησιά ήταν οι πιο πολιτισμένοι. Ακόμα δε και το αλφάβητό μας είναι δικό τους. Υποθέτω μάλιστα πως οι Τυρρηνοί  (Τυρσινοί= πυργίτες από το τύρσις=πύργος, όπως οι Κρήτες=πυργίτες) είναι οι ίδιοι Φοίνικες και όχι άλλο Πελασγικό φύλο. Γιατί και στα ιστορικά ακόμη χρόνια Τυρρηνούς έλεγαν οι έλληνες-σαν επίθετο ίσως- τους αρχαίους κατοίκους της Λήμνου κυρίως και Σαμοθράκης που διατηρούσαν πελασγική λατρεία και έθιμα, ενώ τη λέξη Φοίνικες δεν την αναφέρουν καθόλου «Το δε πλείστον Πελασγικόν των και Λήμνον ποτέ και Αθήνας Τυρσηνών οικησάντων… Θουκιδίδης Δ ).

Στην αρχή λατρεύονταν οι τρείς θεοί και οι τρεις θεές Κάβειροι, ως προστάτες των «εν θαλάσσει πλεόντων πλεόντων». Κι ίσως δεν είναι τυχαίο ότι το ιερό των Καβείρων και στη Λήμνο και στη Σαμοθράκη είναι  παραθαλάσσιο.

Αργότερα εξελίχθηκαν σε θεούς-Σύμβολο της γονιμότητας κυρίως, (των ανθρώπων) και γενικότερα αναφερόταν η λατρεία των στη Γένεση, στο Θάνατο και στη Μέλλουσα Ζωή όπως και τα Ελευσίνια μυστήρια.  Ο θάνατος το πιο συγκλονιστικό φαινόμενο και το αντίδοτό του η Γένεση, ‘έπαιζαν πάντα κεφαλαιώδη ρόλο στις θρησκείες των προϊστορικών κυρίως λαών.

Ξέρουμε πως τους παρίστανον με μικρό ανάστημα και μεγάλα γεννητικά όργανα «πριαπώδ» σύμβολα γονιμότητας. Σαν του Πριάπου δηλ. θεού της φυσικής γονιμότητος κήπων και αμπελιών, που λάτρευαν οι Λαμψακινοί.

Οι παραστάσεις αυτές μας θυμίζουν την Αστάρτη (Αφροδίτη Βαβυλώνς και Κύπρου που την παριστάνουν να παίζει τους μαστούς, άγαλμα της Αρτέμιδος της Εφέσου με 16 μαστούς και κεφάλια ζώων επάνω στην κοιλιά Μουσείο Νεαπόλεως. Κοίτα φωτογραφία και Ιστορία Παπαρηγόπουλου-Καρολίδου Τόμος πρώτος Μέρος Β σελ.443.

Ονόματα ιδιαίτερα δεν είχαν οι Κάβειροι. Τα ονόματα Αξιόκερος, Αξιόκερσος, αξιόκερσα θάταν μάλλον επιφωνήματα και επικλήσεις, όπως υποθέτει ο Μοσχίδης και όχι πραγματικά ονόματα.

Π ω ς  ό μ ω ς  α κ ρ ι β ώ ς  γ ί ν ο ν τ α ν   τ α   κ α β ε ί ρ ι α   μ υ σ τ ή ρ ι α   π α ρ α-

 μ έ ν ε ι  μ υ σ τ ή ρ ι ο .

Φανταζόμαστε φανταχτερές λιτανείες, περιφορές των μυημένων την νύχτα κάτω από στοές με δάδες, συμβολικές της γονιμότητας τελετές… Πολλοί υπέθεσαν και νυχτερινά όργια. Πιθανά αλλά όλα εικασίες. Γιατί οι μυούμενοι που μόνοι έπαιρναν μέρος στις τελετές υποχρεώνονταν με ιερό όρκο να μην ανακοινώσουν ούτε λέξη.  (Ξέρουμε πως βάζανε και κόκκινη ταινία για διακριτικό γνώρισμα). Από μαρτυρίες μόνο του Κλήμη και του Ευσέβιου για τις Καβείριες τελετές της Σαλονίκης που αναφέρει ο Μοσχίδης, ξέρουμε πως ενώ διαρκούσε η τελετή ο ένας από τους Κάβειρους (ο ιερέας ίσως που τον υποδυόταν) σκοτωνόταν δήθεν από τους δύο άλλους.  Το κεφάλι του το τύλιγαν σε πορφύρα, το βαζαν πάνω σε χάλκινη ασπίδα και το πήγαιναν και το’ θαφταν (Συμβολισμός θανάτου). Κατόπιν τα γεννητικά του όργανα τα έθεταν και τα διαφύλαγαν σε ιερά κίστη, κιβώτιο. (Συμβολισμός της γενέσεως της Ζωής που δεν υπόκειται σε θάνατο, μα τον νικά).  Κι αυτό μας θυμίζει τα ξύλινα ομοιώματα γεννητικών οργάνων που οι αρχαίοι Αιγύπτιοι τα περιέφεραν ως ιερά θρησκευτικά σύμβολα. Κι ακόμα πως ορκιζότανε οι Εβραίοι γονατιστοί μπροστά στους Πατριάρχες τους.

Ισως λοιπόν κάτι παρόμοιο θα γινόταν και στα Καβείρια της Λήμνου και της Σαμοθράκης. Και θάπρεπε να προσθέσομε γενικά οι οργιαστικές λατρείες των αρχαίων στο ναό της Αναϊδος στην Αρμενία, της Μυλίτης στη Βαβυλωνία, της Αφροδίτης στην Κόρινθο με τις ιερόδουλες όπως και στις Ινδίες με τις Μπαγιαντέρες δεν ικανοποιούσαν ζωώδη οργασμό (Μπονάρεν) ούτε προς τιμήν μόνο της γονιμοποιού θεότητας. Οι κοινωνιολόγοι τις εξηγούν ως λείψανα των ομαδικών γάμων.  Μ αυτή τη θυσία η γυναίκα εξαγόραζε το δικαίωμα της μονογαμίας της.

Ο σοφός Ιστορικός της Λήμνου, μη έχοντας τίποτα υπ όψει του για το Καβείριο στη Λήμνο γινόταν «παρά τον ναόν του Ηφαίστου» (σελ.115). Επίσης πως συνδυάστηκαν κατόπιν με την λατρεία του Ηφαίστου και του Ερμού. Από της ανασκαφές όμως της Χλόης μπορούμε να συμπεράνουμε με βεβαιότητα πως η λατρεία των Καβείρων γινόταν χωριστά και μόνο στη Χλόη. Ενώ πάλι η λατρεία του Ηφαίστου, θεού αποκλειστικά Λημνιακού (PATER LEMNIUS) λεγόταν από τους Ρωμαίους, αρχαιότερη όλων γινόταν ξεχωριστά στην Ηφαιστία στις  γιορτές τα Ηφαίστεια που γινόταν λαμπαδηδρομίες. Συμβόλιζε τα ηφαίστια της Λήμνου απ ‘οπου, σύμφωνα με τον Ευστάθιο «πυρ εκεί γήθεν ανεδίδετο αυτόματον» και τους χαλκουργούς τεχνίτες της. Το ότι η λατρεία του Ηφαίστου είναι η πιο αρχαία στη Λήμνο μαρτυρεί και η παράδοση ότι οι Κάβειροι ήταν γυιοί του Ηφαίστου και της Καβείρας ή Καβειρούς κόρης του Πρωτεως δηλαδή μεταγενέστερο.  Επίσης παρακάτω πέφτει σ΄άλλο λάθος υποθέτοντας πως μια ακαθόριστη περιγραφή καθαρμού στη Λήμνο οπότε  σβυνόταν κάθε φωτιά και στελνόταν στη Δήλο η «ιερά ναυς» για να φέρει νέο πύρ « αγνόν εκ της εστίας της ιεράς νήσου» που μας άφησε ο Λήμνιος λόγιος Φιλόστρατος, πως αφορά την λατρεία των Καβείρων.

Ενώ είναι φως φανερό ότι όλες αυτές οι τελετές θα γινόταν προς τιμήν της Αρτέμιδος που όπως και ο ίδιος αναφέρει λατρευόταν εδώ, ως θεά του φωτός και την παρίστανον με δύο αστέρια στο στήθος και του Απόλλωνος. ΄Αλλωστε αυτοί οι δύο θεοί ακριβώς λατρεύονταν στη Δήλο. Ο Δήλιος Απόλλων και Δηλία Αρτεμις.

Κι οι Κάβειροι ποτέ δεν λατρεύτηκαν ως θεοί του Φωτός.

Μ αυτά βέβαια ούτε κατά διάνοια υποτιμούμε το επιστημονικότατο και άριστα τεκμηριωμένο έργο του σοφού Μοσχίδη. Διαπιστώνουμε μόνο μερικές ανακρίβειες, μάλλον λεπτομερειακές, στις οποίες  ήταν φυσικό να πέσει. Φτάνει να συλλογιστούμε σε ποια εποχή (1907) έγραψε την ιστορία του, χωρίς τα νέα ιστορικά στοιχεία και ντοκουμέντα (από ανασκαφές κλπ) που διαθέτουμε εμείς οι νεότεροι.

 

 

Αργά τη νύχτα, βόλτα και βόλτα όλο με τη νοτιά που την είχαμε κόντρα, μ’ ένα γλυκύτατο σεληνόφως, που χρύσωνε τη θάλασσα κι εξαΰλωνε τα πάντα φτάσαμε πιά στη χαλασμένη προκυμαία της Μπουρνιάς. Κάποια φοβερή δόνηση θαρρείς και την τράνταξε και την διέλυσε συθέμελα και ξεκόλλησε και σκόρπισε τις πέτρες της. Σαν τη σχεδία του Οδυσσέα.  Και πρέπει νάσαι ακροβάτης για να την περάσεις.

Και ικανοποιημένοι για το καρποφόρο ταξειδάκι, με το βαρύ μάρμαρο της επιγραφής στον ώμο, που άσπριζε κάτω απ’ το φως του φεγγαριού και φαινόταν κι αυτό σαν ικανοποιημένο απ’ τις τιμές που του αποδίδαμε, κινήσαμε για το Βάρος, όπου φτάσαμε σε καμμιά ώρα.

Την άλλη μέρα από το πρωί άρχισε τις προσπάθειες για την ανάγνωση της επιγραφής αφού καθάρισα λίγο πρόχειρα μ ‘ ένα πανάκι. Χαραγμένη με κεφαλαία κοινά με το Ιωνικό αλφάβητο και όχι με το προευκλείδιο (όπου το Γ τώγραφε με Λ, το Ζ με Ι, το Λ και τη δασεία με Η και στη θέση του Η, Ε π.χ. (ΔΕΜΟΣ ΧΡΕΜΑ) δείχνει την ηλικία της πως θα χαράχτηκε στην ελληνιστική ίσως περίοδο. Την εποχή που Λήμνος έπεσε στα χέρια του Αντίγονου ή του Σέλευκου ή των Πτολεμαίων διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Από το προευκλείδιο αλφάβητο που το μεταχειριζόταν ολόκληρο έως το έτος 403 π.Χ. διασώζει μόνο το Γ με το κοντινότερο δεύτερο σκέλος και το θ μικρότερο απ’ άλλα.

Οι λέξεις και των 7 σειρών διαβάζονται ύστερα απ’ αρκετές επαναλήψεις και προσπάθειες και βγαίνει κάποιο νόημα πως χειροτονήθηκε (τι όμως;) επί άρχοντος Νικίου Σουνιέως κάποιος Μηθυμναίος και στεφανώθηκε απ’ το Δήμο (τη συνέλευση του Λαού των κληρούχων δηλαδή Αθηναίων) για τις υπηρεσίες  στους Μεγάλους Θεούς (Κάβειρους). Δύο όμως λέξεις ακόμα απ’ τις οποίες η μια αρκετά σβησμένη κι άλλη με πρόσθετες χαρακιές και κομμένη σε δύο σειρές αρνιούνται πεισματικά να μου παραδώσουν τα μυστικά τους, το νόημά τους. ( Κι οι λέξεις στ’ αρχαία γραφτά γενικά και τα Βυζαντινά ακόμα, δεν χωρίζονται όπως είναι γνωστό μεταξύ τους).

Τέλος στο Κάστρο όπου την ΄έφερα, για να την παραδώσω στον Επιμελητή Αρχαιοτήτων, φιλοδοξώντας να την εξηγήσω μόνος ολόκληρη, αφού είχα στο νού μου νάγραφα κι αυτή τη δημοσίευση, διαβάζοντάς την και ξανα διαβάζοντάς την επίμονα και διατρέχοντας και άλλες επιγραφές και σχετικές πηγές, κατόρθωσα να τις… ανακαλύψω. Και το νόημα έτσι έβγαινε σα λογικό και ακέραιο.

Συνέπεσε όμως νάταν πραγματικά και δύχρηστες και σπάνιες κι οι δύο κοντά στ’ άλλα όπως θα δείτε. Η πρώτη απάνω απάνω ήταν Β ο ώ ν η ς  χαλασμένη όμως φαινόταν σαν βοώμης που δεν θα πει τίποτα. Η άλλη ι σ ο τ ε λ ώ ν  κομμένη και παραμορφωμένη από μια χαρακιά που να μη διαβάζεται. Η λεία επιφάνεια της επιγραφής έχει διαστάσεις 0,26 Χ 0,13 κι είναι σπασμένη από πολλά χρόνια πάνω απ’ την πρώτη σειρά όπου θα υπήρχε ακόμη μια σειρά ή λέξη, μόνο που χάθηκε μαζί με το θραύσμα. Μόνο ένα ΣΤ ξεχωρίζει σε μια γωνιά της κοψηματιάς.

Ορίστε τώρα η επιγραφή όπως ακριβώς είναι χαραγμένη επί τέλους!…

(Μ)ΗΘΥΜΝΑΙΟΣ ΒΟΩΝΗΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΗΘΕΙΣ ΕΠΙ ΑΡΧΟΝΤΟΣ

ΝΙΚΙΟΥ ΣΟΥΝΙΕΩΣ ΣΤΕΦΑΝΩΘΕΙΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΙΣΟΤΕΛΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΤΩΝ ΤΕΤΕΛΕΣΜΕΝΩΝ ΘΕΟΙΣ ΜΕΓΑΛΟΙΣ

Δηλαδή ο Μηθυμναίος αυτός (που το μικρό του όνομα θάταν στην πρώτη σειρά που χάθηκε με το σπάσιμο και που το πρώτο (Μ) του επιθέτου του λείπει το μισό μα το προσθέτω εγώ σαν βέβαιο και γι αυτό και το βάζω μέσα σε παρένθεση, ο Μηθυμναίος που χειροτονήθηκε που διορίστηκε δηλ. από το Δήμο, απ τη συγκέντρωση του λαού με ανάταση των χεριών όπως εψήφιζαν (αυτό εσήμαινε πρώτα το χειροτονώ) Βοώνης  δελ. Ιερατικός άρχοντας που η δουλειά του ήταν να φροντίζει να προμηθεύεται να αγοράζει βόδια για τις θυσίες, την εποχή που ήταν άρχοντας (στη Λήμνο φυσικά, ίσως Υπαρχος ή Στρατηγός ΄πως λεγόταν ο στρατιωτικός Διοικητής ή Επιμελητής) ο Νικίας Σουνιεύς (δηλ. Από την κώμη Σούνιο) εστεφανώθη αυτός ο Βοώνης από τους « Ισοτελείς»  δηλ από τους ντόπιους Λημνιούς και τους μετοίκους και απ’ το Δήμο, απ’ τη συνέλευση των κληρούχων Αθηναίων που κυβερνούσε τη Λήμνο, για τις υπηρεσίες που προσέφερε στους Μεγάλους θεούς τους Καβείρους. Αυτό είναι το νόημα της επιγραφής με τις απαραίτητες επεξηγήσεις και σχόλια για να το καταλάβωμε καλύτερα.

Αυτό το στεφάνωμα που το συνήθιζαν οι αρχαίοι γενικά για να τιμήσουν, ν ανταμείψουν κάποιον που προσέφερε κάποια εθνική υπηρεσία κυρίως, όπως τώρα οι παρασημοφορίες, μας θυμίζει και μια άλλη επιγραφή ψήφισμα του Δήμου Ηφαιστίας που αποφάσισε με κόπο «επαινέσαι… και στεφανώσαι αυτόν χρυσώ στεφάνω, είναι δε αυτώ και σύττισιν εκ πρυτανείω και προεδρείαν εν τοις αγώσι ους ο δήμος ο εν Ηφαιστία συντελεί κλπ» που την αναφέρει ο Μοσχίδης στην Ιστορία της Λήμνου.

 

 

 

Κι είναι αλήθεια τόσο πολύτιμες και διαφωτιστικές οι επιγραφές για την ιστορία ενός τόπου! Γιατί ήταν πάντα το αρχείο των επίσημων πράξεων των αρχαίων.

Πόσα κενά της ιστορίας μας θα συμπληρωθούν μ’ αυτές και πόσες ανακρίβειες θα διορθωθούν άμα γίνουν γνωστές λεπτομέρειες μετά τον πόλεμο!

Τελειώνω με μια έκκληση στους συναδέλφους δασκάλους των γειτονικών της Χλόης χωριών (Κοντοπουλίου,Βάρους, Ρεπανιδίου) και άλλων κοντά σε αρχαιότητες. Είναι δυό φορές πνευματικοί άνθρωποι, σαν ΄Ελληνες και σα δάσκαλοι και θα με νοιώσουν! Και σαν παιδαγωγοί είναι σε θέση να εχτιμήσουν απ’ τον καθένα πιο πολύ την αξία των ιστορικών μνημείων ενός τόπου δια                            σήμερα αφετηρία και τέρμα της βασικής αληθινής μορφώσεως είναι όχι η μούχλα των υπεσυντέλικων, μα η πολύπλευρη και αξιολογική μελέτη και γνώση της ιδιαίτερης πατρίδας, η ολοκληρωμένη Πατριδογνωσία,   (δυσκολοδιάβαστες λέξεις).

Μ’ εκδρομές μορφωτικές θα μπορούσαν να διασώσουν κι άλλα ίσως ιστορικά και καλλιτεχνικά μνημεία.

Μαθαίνω την τελευταία στιγμή από τον κ. Παπουτσιδάκη, Συμβολαιογράφο, που δείχνει ενδιαφέρον για κάθε πνευματική και πολιτιστική υπόθεση πως όταν πέρυσι με τον ΄Εφορο Αρχαιοτήτων Λέσβου επισκέφθηκαν τη Χλόη βρήκαν ως……..   μέτρα πιο κάτω από την είσοδο του ναού προς την κατηφόρα της θάλασσας μια επιγραφή που μνημόνευε την επίσκεψη του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου του Ε αυτού που ………      , στη Χλόη έζησε στα 220-178 π.Χ. και νικήθηκε από το Ρωμαίο FLAMINIUS στις Κυνός Κεφαλές. Θάναι πολύ ενδιαφέρουσα κι ίσως βρίσκεται ακόμα στη θέση της (Απορώ μάλιστα πως την άφησε εκεί ο ΄Εφορος . (Ακατανόητο!).

Μαθαίνω ακόμα πως και στα Καμίνια χάθηκαν αρκετά ευρήματα αγγεία θαρρώ, για τις έρημες τις…γαζόκασες κι εκεί ίσως! Οι λιγοστοί ανθρωποειδής τρωγλοδύτες και τρωκτικά ας πάψουν να ρεζιλεύουν με τις ασχήμιες των τη Λήμνο, την πατρίδα ενός γλύπτη Αλκαμένη κι ενός λόγιου Φλάβιου Φιλόστρατου. Κι αν μέσα στη φουρτούνα του πολέμου μπορούμε να αφιερώνουμε ακομη λίγη σκέψη μας στη πνευματική μας κληρονομιά και τη περιφρούρησή της, που είναι πιο πολυτιμη τώρα, εμάς τους καραβοτσακισμένους μας βοηθά να ξαναβρούμε πιο συνειδητοποιημένο τον εαυτό μας την τιμή μας και περηφάνεια μας. Κι η ρεαλιστική σοφία της μαύρης αγοράς, που βλέπει το σύμπαν μέσα απ’ τη διάμετρο της λίρας ας σαρκάζει κι ας μας οικτίρει εμάς τους πνευματικούς ονειροπαρμένους όπου δεν είμαστε κι εμείς… πραχτικοί άνθρωποι που ξέρουν να επωφελούνται των ευκαιριών… Μα περί άλλα τυρβάζομε! Καθένας στον κόσμο του, στην αποστολή του, στο ιδανικό του και στο ηθικό του υψόμετρο. ‘ Όπου τον όρισε η ιστορική του Μοίρα!…

Σώστε ό,τι προφτάστε απ’ τα χέρια κι απ’ τη φτέρνα των Βανδάλων.

Σεπτέμβριος 1941

ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ.-

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Δείτε Επίσης
Close
Back to top button