Λήμνος

Ο αγρότης απ’ τα Καμίνια που έκανε τη μεγάλη ανακάλυψη

Ο ανώνυμος αγρότης απ’ τα Καμίνια της Λήμνου που έκανε τη μεγάλη ανακάλυψη

 Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδη

Το 1885 στα χαλάσματα του εξωκλησιού του Αγίου Αλεξάνδρου στη θέση Σώκαστρο Καμινίων ένας ντόπιος αγρότης που επιχειρούσε να καθαρίσει το χωράφι του από τις πέτρες, ανακάλυψε την περίφημη Στήλη των Καμινίων, ένα αρχαιολογικό εύρημα που έγινε παγκόσμια γνωστό για τη μεγάλη του αξία και σημασία.

Σήμερα κανένας δεν ξέρει το όνομα εκείνου του αγρότη και ίσως θα έπρεπε αυτή η αδικία να αποκατασταθεί, αν είναι δυνατό.

Παρών στην σπουδαία εκείνη  ανακάλυψη ήταν ο έφηβος τότε και μετέπειτα σπουδαίος φιλόλογος και ιστορικός συγγραφέας, ο λημνιός Αργύριος Μοσχίδης, του οποίου το πατρικό σπίτι βρισκόταν λίγες δεκάδες μέτρα από το χώρο που βρέθηκε η Στήλη. Αναγνωρίζοντας πως επρόκειτο για σπουδαίο εύρημα παρέδωσε τη Στήλη στο Λήμνιο ευπατρίδη και συλλέκτη αρχαιοτήτων Ιωάννη Παντελίδη, που κατοικούσε στη Μύρινα (τότε η Μύρινα ονομαζόταν Κάστρο) πρωτεύουσα της Λήμνου. Ο Παντελίδης την επέδειξε σε διάφορους αρχαιολόγους και από το επόμενο έτος άρχισαν να δημοσιεύονται προσπάθειες ερμηνείας της.

Η Στήλη των Καμινίων πέρασε πολλές περιπέτειες. Η πρώτη δημοσίευση της Στήλης έγινε στο Δελτίο της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Έχοντας αυτό το δεδομένο οι Γάλλοι διεκδίκησαν τη Στήλη. Μέσω της πρεσβείας τους στην Κωνσταντινούπολη κατάφεραν να εκδοθεί παραχωρητήριο από τις τουρκικές αρχές, το οποίο τους εκχωρούσε τη Στήλη. Όμως, ο Παντελίδης αρνήθηκε να τη δώσει ισχυριζόμενος πως του την έκλεψαν. Για να αποφύγει να παραδώσει τη Στήλη την έθαψε σε ένα σημείο του τεράστιου κήπου του, έκτασης 20 στρεμμάτων, στον Ρωμέικο Γιαλό της Μύρινας. Εκεί παρέμεινε ξεχασμένη ως το θάνατό του το 1898.

Μετά το θάνατό του ο γιος του Οδυσσέας επέστρεψε στη Λήμνο από την Ινδία όπου εργαζόταν στον εμπορικό οίκο Ράλλη. Το 1900 αποφάσισε να αναζητήσει τη Στήλη και για το σκοπό αυτό ανέσκαψε όλον τον κήπο μέχρι να την εντοπίσει. Στη συνέχεια, με δεδομένο πως είχε γίνει διάσημη και οι οθωμανικές αρχές δεν θα επέτρεπαν την απομάκρυνσή της από το νησί, ναύλωσε ιστιοφόρο και τη φυγάδευσε στην Αλεξάνδρεια ενώ ο ίδιος ταξίδεψε με το ατμόπλοιο της γραμμής φτάνοντας νωρίτερα από το ιστιοφόρο.

Στην Αλεξάνδρεια ο καπετάνιος του ιστιοφόρου ισχυρίστηκε ότι λόγω θαλασσοταραχής υπέστη αβαρία και αναγκάστηκε να πετάξει τη Στήλη στη θάλασσα. Ο Οδυσσέας Παντελίδης δεν πείστηκε και ζήτησε από τον Έλληνα πρόξενο να προβεί σε έρευνα του σκάφους, από την οποία αποκαλύφθηκε ότι ο πλοίαρχος την είχε κρύψει σε δυσπρόσιτο σημείο με σκοπό να την οικειοποιηθεί. Έτσι την παρέλαβε και την μετέφερε στην οικία του.

Τα επόμενα χρόνια η Στήλη έγινε μήλο της έριδας και πολλοί επιχείρησαν να την αγοράσουν. Μεταξύ άλλων αναφέρεται και ο Ροκφέλερ που πρόσφερε γι’ αυτήν 10.000 χρυσές λίρες.

Ο Παντελίδης δεν επιθυμούσε την πώλησή της αλλά να την παραχωρήσει ως δωρεά στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Όμως, αναλογιζόταν πως μια φανερή δωρεά θα επέσυρε συνέπειες για τον ίδιο και την οικογένειά του και ανέβαλε τη δωρεά.

Από το αδιέξοδο τον έβγαλε ο Αργύριος Μοσχίδης, ο οποίος το 1905 εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια για να εργαστεί ως καθηγητής στο Αβερώφειο Γυμνάσιο. Η λύση που τού υπέδειξε ήταν να εμφανιστεί ως δωρητής της Στήλης στο Μουσείο ο Βασίλειος Αποστολίδης, ένας Αλεξανδρινός λόγιος γιατρός και ερασιτέχνης αρχαιολόγος, έμπιστος και των δύο ανδρών. Έτσι στο Μουσείο φέρεται ως “Δώρον του ιατρού Β. Αποστολίδου”.

Σε όλες αυτές τις ιστορίες και περιπέτειες πουθενά δεν μνημονεύεται το όνομα του απλού αγρότη από τα Καμίνια, που έκανε την αρχική ανακάλυψη.

Κάτι παρόμοιο συνέβη και σε ένα άλλο ελληνικό νησί του Αιγαίου Πελάγους, την Κω. Ένας Γερμανός εκμεταλλεύτηκε τις γνώσεις και το αρχαιολογικό ένστικτο ενός ντόπιου, ώστε να ανακαλύψει το περίφημο Ασκληπιείο του Ιπποκράτη στην Κω. Δεν του το αναγνώρισε ποτέ, έδρεψε μόνος του την δόξα της ανακάλυψης. Η ιστορία είναι η εξής:
Το 1902, έφθασε στο τουρκοκρατούμενο ακόμα νησί της Κω ένας Γερμανός αρχαιολόγος και καθηγητής, ο Ρούντολφ Χέρζογκ. Είχε μαζί του έγγραφη άδεια της Υψηλής Πύλης να κάνει ανασκαφές στο νησί για ν’ ανακαλύψει το περίφημο Ασκληπιείο του Ιπποκράτη, του πιο διάσημου θεραπευτηρίου του αρχαίου κόσμου.

Σήμερα μπορούμε να δούμε τον αρχαιολογικό χώρο του Ασκληπιείου λίγο πιο πάνω και αριστερά όπως μπαίνει κανείς με πλοίο στο λιμάνι της Κω. Τότε όμως δεν υπήρχε ούτε ίχνος του.

Το Ασκληπιείο λειτουργούσε ως θεραπευτήριο για πέντε ολόκληρους αιώνες, από τον 3ο π.Χ, μέχρι τον 2ο μ.Χ., προσέλκυε αρρώστους απ’ όλα τα μέρη του τότε γνωστού κόσμου, αλλά μετά καταστράφηκε από σεισμό. Τα κτίρια έπεσαν, τα ερείπια χρησιμοποιήθηκαν για οικοδομικά υλικά ή για την δημιουργία ασβέστη, χώματα σκέπασαν την περιοχή και πάνω τους χτίστηκαν φτωχά αγροτόσπιτα.
Με την αυγή της αρχαιολογίας, διάσημοι επιστήμονες απ’ όλο τον κόσμο άρχισαν να το ψάχνουν, στηριζόμενοι κυρίως σε αναφορές του Στράβωνα. Κάποιος Ρος το 1844 το έψαχνε σκάβοντας στην απέναντι πλευρά του λόφου απ’ αυτήν που πραγματικά ήταν το θεραπευτήριο, ενώ ο Ολιβιέ Ραιγιέ προσδιόρισε την τοποθεσία του με βάση την λογική. Έψαχνε πολύ κοντά στο λιμάνι, λέγοντας ότι θα είχε χτιστεί σε τέτοιο σημείο ώστε να μπορούν να πηγαίνουν οι άρρωστοι που έφταναν με πλοίο. Τέλος, κάποιος Άγγλος ονόματι W. Paton έφτασε πολύ κοντά σκάβοντας γύρω από την Παναγιά την Ταρσού (Παναγιά του Άλσους), δεν το βρήκε όμως.

Ο Χέρζογκ απέρριψε την πιθανότητα να βρίσκεται το Ασκληπιείο χαμηλά δίπλα στο λιμάνι, επειδή εκεί υπήρχαν υπολείμματα αρχαίου νεκροταφείου και όπως ήταν γνωστό, στα ασκληπιεία δεν επιτρεπόταν ούτε να αφεθεί να πεθάνει άνθρωπος, ούτε να γεννήσει γυναίκα. Ο Γερμανός καθηγητής όμως, είχε πάρει για βοηθό του έναν ντόπιο κάτοικο του νησιού, τον Ιάκωβο Ζαρράφτη, γνώστη της περιοχής, λάτρη της ιστορίας και αυτοδίδακτο αρχαιολόγο.

Ο Ζαρράφτης πίστευε ότι το Ασκληπιείο ήταν ακριβώς στην θέση που τελικά βρέθηκε, όμως δεν μπορούσε να πείσει τον Γερμανό να σκάψουν εκεί. Κάποια στιγμή, πρότεινε στον Γερμανό να του δώσει μερικούς εργάτες να σκάψει μόνος του εκεί που ήθελε και αν οι προσπάθειες του αποδεικνύονταν άκαρπες, θα πλήρωνε αυτός τα μισά μεροκάματα.

Μερικές μέρες αργότερα, μεσημέρι, ο Χέρζογκ κατέβηκε από την πλαγιά που έσκαβε και πήγε στην σκηνή που είχαν στήσει για το φαγητό. Πέρασε μπροστά από το σημείο που έσκαβε ο Ζαρράφτης, τον κορόιδεψε φωνάζοντας του «Ιάκωβε, να ο Ασκληπιός, πιάστον απ’ τα γένια» και κάθισε για φαγητό. Την στιγμή που άνοιγε ένα μπουκάλι κρασί, άκουσε την κραυγή του Ζαρράφτη. Έτρεξε και τον είδε να κρατά μαζί με τρεις ακόμα εργάτες μια βαριά μαρμάρινη πλάκα που την έριξαν στα πόδια του. Γεμάτος αδημονία ο Γερμανός, δεν περίμενε να φέρουν νερό για να την πλύνουν, αλλά έριξε πάνω της το κρασί που κρατούσε. Μόλις διάβασε την επιγραφή που αποκαλύφθηκε, αγκάλιασε τον Ζαρράφτη και φώναξε, «Ιάκωβε, εδώ είναι το Ασκληπιείο!».

Μισή ώρα αργότερα, ο Χέρζογκ πήρε ένα καΐκι, πέρασε απέναντι στην Αλικαρνασσό απ’ όπου έστειλε θριαμβευτικό τηλεγράφημα στο Βερολίνο ότι ανακάλυψε το Ασκληπιείο του Ιπποκράτη. Την επομένη μέρα, όλες οι εφημερίδες της Ευρώπης ανήγγελλαν το χαρμόσυνο γεγονός, ο Χέρτζογκ έγινε διάσημος, τα συγχαρητήρια και οι τιμητικοί τίτλοι έπεφταν βροχή, συγκεντρώθηκαν χρήματα για την συνέχεια της ανασκαφής, αλλά με τον κακόμοιρο τον Ζαρράφτη δεν ασχολήθηκε κανείς. Ο Γερμανός οικειοποιήθηκε και το ένστικτο και τη δουλειά και την ανακάλυψη του Έλληνα. Ο Ζαρράφτης σκοτώθηκε το 1933 στον μεγάλο σεισμό που συντάραξε την Κω, δίχως η προσφορά του να αναγνωριστεί διεθνώς.

Μόνο στην Ελλάδα γίνεται μνεία για την ουσιαστική βοήθεια που προσέφερε στην αποκάλυψη του Ασκληπιείου, στην διεθνή αρχαιολογική βιβλιογραφία το όνομα του απουσιάζει εντελώς. Τουλάχιστον οι Ιταλοί που κατείχαν τα Δωδεκάνησα από το 1911, ήξεραν την προσφορά και τις γνώσεις του, οπότε τον είχαν διορίσει έφορο αρχαιοτήτων στο νησί του, Κάτι ήταν κι αυτό.

 

Αυτή είναι  μερικές φορές η τύχη των απλών ανθρώπων που ανακαλύπτουν κάτι πολύ σπουδαίο, να παραμένουν άγνωστοι, ενώ τη δόξα και τη φήμη την παίρνουν άλλοι.

Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην αρχαιολογία, αλλά και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, μερικοί εκπαιδευτικοί δίνουν για εργασία στους μαθητές ή σπουδαστές τους ένα θέμα, και κατόπιν επεξεργάζονται τις εργασίες των μαθητών τους και τις παρουσιάζουν ως δικές τους πρωτότυπες.

Κάποιοι άλλοι απλοί άνθρωποι εφευρίσκουν κάτι πολύ χρήσιμο, αλλά στη διαδρομή μέχρι να κατοχυρώσουν την εφεύρεση τους και τα σχετικά δικαιώματα, άλλοι το οικειοποιούνται, δηλαδή την κλέβουν, και ωφελούνται.

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button