Περιοδικό

Μιλώντας για…Ποίηση

Μιλώντας για…Ποίηση

της Δέσποινας Παπαδοπούλου

(Ο ποιητής, ένας αφοσιωμένος της ζωής)

Τον Οκτώβριο του 1999, στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι, η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης με το σκεπτικό ότι θα ενισχυθεί η εικόνα της ποίησης στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη, αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της, καθώς και για να ενισχυθούν οι δεσμοί της ποίησης με τις άλλες τέχνες και την φιλοσοφία, ώστε να επαναπροσδιοριστεί η φράση του Ευγένιου Ντελακρουά «Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση».

Η ποίηση όμως δεν έχει ανάγκη από τυπικούς επετειακούς εορτασμούς, αντιθέτως εμείς την έχουμε ανάγκη καθημερινά στη ζωή μας. Κι αυτό γιατί με την ποίηση η καθημερινότητά μας μπορεί να γίνεται πιο υποφερτή, βλέποντάς την δηλαδή με φαντασία, εφευρετικότητα, έμπνευση, ανατρεπτικότητα. Εξάλλου, όπως λέει ο Ελύτης, «η ποίηση μας βοηθάει να ζήσουμε. Είναι η ανώτερη μορφή που έχει βρει ο άνθρωπος για να γνωρίσει τον εαυτό του και να κάνει τους άλλους να τον γνωρίσουν.Το μέσον της επικοινωνίας είναι η ομορφιά…για να πλησιάσεις ένα καλό ποίημα χρειάζεται να διαθέτεις καλή πίστη και συγκινησιακή δεκτικότητα…η ποίηση είναι η πιο γενναία και αποτελεσματική επέμβαση μέσα στα πράγματα».

Ο Γιάννης  Ρίτσος λέει στο «Χρέος των ποιητών»:

«…πολλοί στίχοι είναι σαν αργυρές κλωστές
δεμένες στα καμπανάκια των άστρων –
αν τους τραβήξεις, μια ασημένια κωδωνοκρουσία δονεί τον ορίζοντα…»
.

Και ο Ελύτης λέει για το καθήκον του ποιητή σε συνέντευξή του στα «Νέα» το 1973: «Να ρίχνει σταγόνες φως μες στο σκοτάδι. Να γίνεται, με το παράδειγμα της ζωής και του έργου του, πρότυπο καθαρότητας. Που σημαίνει να μη συμβιβάζεται. Να μη συνεργάζεται με ανθρώπους ή καταστάσεις που δεν εγκρίνει».

Πολλές φορές αναρωτιόμαστε πώς γράφουν οι ποιητές, πώς εμπνέονται ή τι είναι τελικά η ποίηση. Σ’ αυτά τα ερωτήματα έχουν απαντήσει οι ίδιοι οι δημιουργοί, όπως ο Γιάννης  Ρίτσος , η δική μας  Λημνιά συγγραφέας και ποιήτρια Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου και ο Οδυσσέας Ελύτης. Είναι σίγουρο πως οι απαντήσεις τους έχουν πολύ ενδιαφέρον, ας τις παρακολουθήσουμε:

Λέει ο Γιάννης Ρίτσος: «…δεν ξέρω κι εγώ πώς γράφω. Απλώς γράφω γιατί δεν μπορώ να μην γράφω. Θυμηθείτε τι είπε ο Ρίλκε σ’ ένα νέο ποιητή που του έθεσε υπό την κρίση του τα γραφτά του. Τον ρώτησε: « δάσκαλε κοιτάχτε τα γραφτά μου και πείτε μου αξίζει τον κόπο να συνεχίσω;» κι ο Ρίλκε απάντησε: « Ρώτησε τον εαυτό σου, αν δεν γράψεις, θα πεθάνεις; και τότε ν’ αρχίσεις να γράφεις χωρίς να ρωτάς κανέναν». Έτσι λοιπόν η γραφή της Ποίησης δεν είναι πάρεργο, δεν είναι ένα χόμπι, είναι μια βαθύταταη αναγκαιότητα κι όχι προσωπική αλλά καθολική, δηλαδή όλων των ανθρώπων. Είναι η ανάγκη της επαφής, της επικοινωνίας, της μετάδοσης μιας βαθύτατης εμπειρίας και της δημιουργίας ενός πλατύτατου κλίματος αδερφοσύνης πέρα από τις διαφορές πολιτικές, ιδεολογικές, παραδοσιακές, θρησκευτικές, φυλετικές. Η Ποίηση παραμερίζει εκείνα τα στοιχεία που χωρίζουν τους ανθρώπους, ανακαλύπτει και αναδεικνύει αυτά που τους ενώνουν. Γι’ αυτό η λειτουργία της έχει μια εξαιρετικά μεγάλη κοινωνική σημασία και, όπως έχουν πει μεγάλοι αισθητικοί, οι ποιητές είναι οι οργανωτές του κοινωνικού συναισθήματος. Και κάποιοι άλλοι έχουν πει ότι οι ποιητές είναι οι αρχιτέκτονες της ανθρώπινης ψυχής.…Τα ερεθίσματα γραφής είναι άπειρα. Όπως ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να αναπνέει και ποτέ δεν αναρωτιέται «αναπνέω για να ζήσω;», όχι, αναπνέω γιατί δεν μπορώ να μην αναπνέω. Έτσι κι ο ποιητής γράφει όχι για να κερδίσει δόξα, φήμη, επιτυχία. Γράφει γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Εφόσον λοιπόν είναι τόσο απέραντη η Ποίηση εφάπτεται με το απέραντο της ζωής. Έτσι δεν υπάρχει λόγος να πούμε ποια είναι τα κίνητρα, ποια τα ερεθίσματα. Κάθε στιγμή είναι ερέθισμα, κάθε στιγμή για την Ποίηση έχει τόσο μεγάλη διάρκεια όσο μια αιωνιότητα…» (από συνέντευξη του Γιάννη Ρίτσου στην ΕΡΤ 1988).

Και σε συνέντευξη στο περιοδικό Λέξη τ.182 λέει ο Ρίτσος:

«…η ποίηση είναι απέραντη σαν τη ζωή…γράφοντας ποίηση ο ποιητής κάνει μια μάχη με το θάνατο, όχι μόνο το φυσικό αλλά και με όλες τις μορφές του κοινωνικού θανάτου. Η καταπίεση, η σκλαβιά, οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες είναι ένας θάνατος και όσο θα υπάρχει θάνατος θα υπάρχει και η αντίσταση στο θάνατο. Μιαν τέποια αναμέτρηση μ’ αυτήν τη μορφή θανάτου είναι η πολιτική ποίηση-τουλάχιστον η δική μου πολιτική ποίηση-, μια μάχη για να φτάσουμε στο “αταξικό γαλάζιο”».

  Η Μαρία Λαμπαδαρίδου λέει για την ποίηση:

«Η ποίηση είναι μια λειτουργία ύπαρξης. Ποιητής είναι ο κάθε άνθρωπος στον κόσμο τούτο. Η ποίηση είναι το πρωτογενές βίωμα και σαν πρωτογενές βίωμα είναι  ποίηση του καθενός. Δηλαδή ο κάθε άνθρωπος στη ζωή του έχει μέσα του, σε μια γωνιά, τη δωρεά της ποίησης. Μπορεί να είναι ποιητής γιατί είναι ερωτευμένος κι είναι όλος ο κόσμος δικός του, ή γιατί ψάχνει να βρει μέσα του το ιερό το χαμένο. Είναι ποιητής ο λιθοξόος που λαξεύει με τρυφερότητα την πέτρα, είναι ο ποιητής του χρωστήρα ή της θεατρικής σκηνής. Είναι εκείνος που ζει το πρωτογενές βίωμα…» .

 

Στη συνέχεια η κα Λαμπαδαρίδου ανέφερε ένα περιστατικό που έζησε στον Κότσινα της Λήμνου για να  εξηγήσει τι εννοούσε  με την φράση «πρωτογενές βίωμα».  Είπε λοιπόν:

«…ήμουν στον κάμπο του Κότσινα ένα πρωί καλοκαιριού και περπατούσα και ήμουν ευτυχισμένη καθώς σχεδίαζα το κείμενο που θα έγραφα. Ακούω ένα παραμιλητό, κοιτάζω γύρω κι ήτανε μια γυναίκα μαυροντυμένη σαν από αρχαία τραγωδία. Βαστούσε ένα πανέρι και μάζευε φασολάκια, κολοκυθάκια και μονολογούσε,την καλημέρισα, ούτε γύρισε και άκουσα να λέει:

«τριάντα ενός ήταν χρονώ κι έλαμπε σαν τον ήλιο

Έλαμπε σαν αυγερινός

κι εμένα που με βλέπεις είμαι η έρμη η μάνα του».

Πήγα δίπλα της ν’ ακούσω:

«τριάντα ενός ήταν χρονώ ψηλός σαν κυπαρίσσσι

διάβηκεν και σκοτείνιασεν ο ήλιος και τ’ αστέρια

σαν τον αητό που τον χτυπά βαρύ τ΄αστροπελέκι».

…αυτή σκέφτηκα, συνέχισε η Μαρία Λαμπαδαρίδου, είναι η Ποίηση. Έτσι γεννήθηκε η μεγάλη Δημοτική μας Ποίηση.  Άρα Ποίηση είναι το πρωτογενές βίωμα»

και ολοκλήρωσε  την απάντησή της επικαλούμενη μια φράση του γέροντα Θαβώρ στον Προμηθέα (πρόσωπα από το βιβλίο της «Υγρό Φεγγαρόφωτο»):

«….Τι είναι το ιερό; Είναι η συνάντησή σου με αυτό που σε υπερβαίνει. Αυτό είναι η Ποίηση, η συνάντησή μας με αυτό που μας υπερβαίνει.» (από συνέντευξη-συζήτηση της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθουμε στον Νίκο Θρασυβούλου στο καφέ Ιανός με την ευκαιρία της παρουσίασης της καινούριας έκδοσης του έργου της «Πήραν την Πόλη πήραν την» από τις εκδόσεις «Πατάκη»2017).

Ο Οδυσσέας Ελύτης λέει για την εποχή της μεταπολίτευσης (που μοιάζουν προφητικά για την εποχή μας) και τον ρόλο του ποιητή:

«Ήδη, σας το είπα. Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να ‘ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του.Οπότε αναρωτιέται κανείς: Για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας; Παλεύουμε για ένα τίποτα, που ωστόσο είναι το παν. Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα. Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη. Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό. Είναι η αμάθεια και το σκότος. Ότι οι λεγόμενοι «πρακτικοί άνθρωποι» -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν, είναι χαρακτηριστικό.Εκείνοι βλέπουν το τίποτα. Εμείς το πάν. Πού βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα μαστε πια εδώ. Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς. Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας -και της εποχής μας.» (από συνέντευξη του ποιητή στον Γ. Πηλιχό 1976).

Μεγάλο και βαρύ το χρέος των ποιητών και είναι αυτοί «οι αιώνια απαρηγόρητοι παρηγορητές του κόσμου…είναι ευθύνη και υποχρέωση του ποιητή να αναστηλώνει παλιούς ψυχικούς ναούς…» (από συνέντευξη του Ρίτσου στην εφημερίδα Τα Νέα τον Απρίλη του 1989).

Κι εμείς ας κάνουμε  την ποίηση φάρο που φωτίζει και ομορφαίνει την φουρτουνιασμένη θάλασσα της ζωής μας καθώς οι φάροι τα θαλασσόδαρτα καράβια τις άφεγγες νύχτες.

Δέσποινα Παπαδοπούλου  21/3/2021

 

 

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Δείτε Επίσης
Close
Back to top button