Επίκαιρα

Πώς γράφηκε και μελοποιήθηκε ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου

Πώς γράφηκε και μελοποιήθηκε ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου

Επιμέλεια Θ. Δημητριάδη

Εντάξει, η Πρωτομαγιά είναι γιορτή της άνοιξης, η φύση ξαναγεννιέται, ανθίζουν  τα δέντρα και τα λουλούδια, τα πουλιά πετούν και κελαηδούν χαρούμενα. Όπως λέει και το τραγουδάκι, “Πρωτομαγιά, τα λουλούδα γιορτάζουν, κσι τα πουλιά τα ταίρια τους φωνάζουν”..

Όλοι έχουμε ανάγκη μετά από τον βαρύ χειμώνα και το ψυχοπλάκωμα να ξεσκάσουμε, να κάνουμε μια εκδρομή, να διασκεδάσουμε.

Είναι, όμως, και μέρα μνημόσυνου. Θλιβερή. Όπως λένε και τα εργατικά Σωματεία, η ΓΣΕΕ κλπ., είναι επίσης ταυτόχρονα και μέρα απεργίας, με διαχρονικό αίτημα δικαιοσύνη και ελευθερία.

 

Ο μεγάλος μας ποιητής Γιάννης Ρίτσος, αυτός που εξορίστηκε στη Λήμνο, στο Κοντοπούλι (όπου έγραψε και το Καπνισμένο Τσουκάλι),  γεννήθηκε 1η Μαίου του 1909. Κατά μια περίεργη και δραματική σύμπτωση, ένα από τα πιο μεγάλα έργα του, ο Επιτάφιος, αναφέρεται στα γεγονότα της Πρωτομαγιάς του 1939 στη Θεσσαλονίκη. Είναι ένα μοιρολόι, αφιερωμένο στο θρήνο μιας μάνας πάνω στο άψυχο κορμί του γιου της στα αιματοβαμμένα γεγονότα της πρωτομαγιάτικης γενικής απεργίας που συγκλόνισε για ημέρες τη Θεσσαλονίκη.

ο Ρίτσος γιόρταζε τα γενέθλια του και ταυτόχρονα πενθούσε μαζί με τη μάνα του Τάσου Τούση, του εργάτη που δολοφονήθηκε στις 9 Μαΐου του 1936 στη Θεσσαλονίκη, στις διαδηλώσεις για την απεργία των καπνεργατών Καβάλας η οποία είχε ξεκινήσει την Πρωτομαγιά.

Το «Μοιρολόι» που έγραψε θρηνώντας και ο ίδιος όταν είδε σε φωτογραφία τη μάνα του νεκρού να θρηνεί πάνω στο αιματοβαμμένο κορμί του παιδιού της, θα σταθεί η απαρχή για το μνημειώδες έργο του «Επιτάφιος». Η φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώστη θα συνοδεύει πάντα τους στίχους του: «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω, άνοιξη γιε που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω».

 

Ένα απόσπασμα από τον «Επιτάφιο»:

«Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου, πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω

και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,

που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ᾿ το τσίνορό μου,

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα

και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσὺ που μούφερνες νεράκι στηνν παλάμη

πως δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσὶς τ᾿ άσπρα μαλλιά μου λύνω

και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει

κ’ είναι σα να μου θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δε μου μιλεῖς κ’ η δόλια εγὼ τον κόρφο, δες, ἀνοίγω

και στα βυζιὰ που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

                              

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,

άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τά δειχνες ένα-ένα

τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μού δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,

και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,

κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μού δειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,

τά βλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια

τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια.

Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button