Περιοδικό

Τα καλαμάρια και ο καπετάνιος Αντρέας Ζέππος

Τα καλαμάρια και ο καπετάνιος Αντρέας Ζέππος

 Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης

 Το καλαμάρι είναι κεφαλόποδο, έχει δέκα πόδια, ενώ το χταπόδι έχει οκτώ. Υπάρχουν γιγαντιαία καλαμάρια που ξεπερνάνε τα 10 μέτρα, στην Ιαπωνία και αλλού, αλλά στα μέρη τα δικά μας είναι σαφώς πιο μικρά, ιδίως τα λεγόμενα «θράψαλα».

Το καλαμάρι το τρώμε, αλλά υπάρχει και το άλλο καλαμάρι, ή μάλλον υπήρχε μέχρι σχετικά πρόσφατα, και είναι το μελανοδοχείο, αυτό που λένε τα παιδιά στα κάλαντα, κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς, το «χαρτί και το καλαμάρι» που κρατάει το παλικάρι.

Οι αρχαίοι το καλαμάρι το λέγανε «τευθίς», θηλυκό. Αργότερα ονομάστηκε καλαμάρι χάρη στην ομοιότητά του με το μελανοδοχείο, επειδή, όπως ξέρουμε, αμολάει μελάνι. Κι επειδή το μελανοδοχείο έγινε το σήμα κατατεθέν του γραφιά, του εγγράμματου, του γραμματικού, και «καλαμαράς» ονομάστηκε ειρωνικά ο λόγιος, ο άνθρωπος των γραμμάτων, για να τονιστεί η διαφορά του από τον απλό λαό. Καλαμαράδες ονομάζουν οι κουμπάροι στην Κύπρο τους ελλαδίτες, επειδή μιλάνε μη ιδιωματικά ελληνικά και «καλαμαρίζουν».

Υπάρχει και η Καλαμαριά στη Θεσσαλονίκη, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει καμία σχέση με το καλαμάρι παρά μόνο παρετυμολογική.

Λένε ότι όχι μόνο τα χταπόδια αλλά και τα καλαμάρια είναι πανέξυπνα. Αυτό που ξέρουμε με βεβαιότητα, όπως μάς βεβαιώνει και η Σοφία Βέμπο, είναι ότι θέλει τέχνη στο ψάρεμα για να πιάσεις καλαμάρια και γαρίδες, πρέπει να είσαι μερακλής. Όπως ήταν, για παράδειγμα, ο καπετάν Αντρέας Ζέππος.

«Μια ψαροπούλα είναι αραγμένη
Μπρος στ’ ακρογιάλι τον Ζέππο περιμένει

Καπετάν αντρέα Ζέππο χαίρομαι όταν σε βλέπω
Όλοι καλάρουνε, μα δε πιάνουν ψάρια
Καλάρει ο Ζέππος και πιάνει καλαμάρια

Έγια μόλα έγια λέσα, έχει ο σάκος ψάρια μέσα
Μέσ’ απ’ το τσούρμο του είναι όλοι πότες
Έξι απ’ την Κούλουρη και έξι Αϊβαλιώτες

Καπετάν αντρέα ζέππο, χαίρομαι όταν σε βλέπω
Έγια μόλα έγια λέσα έμπα στη βαρκούλα μέσα
Έμπα στη βαρκούλα μέσα έγια μόλα έγια λέσα».
 

 

Η ιστορία του τραγουδιού και του καπετάνιου Ζέπου είναι η εξής: Ο Ζέπος στην Κατοχή τάισε κόσμο με τα ψάρια που έπιανε και μοίραζε στις Τζιτζιφιές. Μετά τον πόλεμο, μια μέρα μπαίνοντας στο καφενείο που είχε ο Γιάννης Παπαϊωάννου στη περιοχή που τώρα λέγεται Νέο Φάληρο, ένας φώναξε στον ηλικιωμένα Ζέπο: «Καπετάν Ανδρέα Ζέπο χαίρομαι όταν σε βλέπω». Αμέσως ο Παπαϊωάννου εμπνεύστηκε την ίδια στιγμή το τραγούδι που ξέρουμε μέχρι σήμερα.

 

Ο καπετάν Ανδρέας Ζέπος αγαπούσε τους ανθρώπους και δεν ξέχασε ποτέ ότι και ο ίδιος ήταν πρόσφυγας. Πάντρεψε πολλές ορφανές κοπέλες που δεν είχαν κουμπάρο να τις στεφανώσει, βάφτισε πολλά αβάπτιστα που λόγω της φτώχειας δεν είχαν τα απαραίτητα για το μυστήριο, τάισε τη χήρα και το ορφανό· ακόμη και στις γάτες έδινε τα πατημένα ψάρια για να φάνε. Κυρίως όμως, στη μεγάλη πείνα της Κατοχής, βοήθησε κόσμο και ντουνιά. Το 1941 οι Γερμανοί βομβαρδίζουν τον Πειραιά και οι κάτοικοι αναγκάζονται να καταφύγουν στην Αθήνα. Περνώντας απ’ το Φάληρο, πολλοί ηλικιωμένοι έμειναν εκεί διότι δεν μπορούσαν άλλο να περπατήσουν. Ο καπετάν Ανδρέας Ζέπος δίνει αλεύρι στον φούρνο απ’ τ’ απόθεμά του, και μοιράζει ψωμί. Το καΐκι του έφερε μεγάλα ψάρια, διότι είχαν σκοτωθεί από τις εκρήξεις και επέπλεαν στο νερό και, αντί να τα πουλήσει, τα βράζει και τα μοιράζει συσσίτιο.

Μετά την Κατοχή, η έντονη εκβιομηχάνιση και αστικοποίηση της περιοχής, είχε ως συνέπεια τη μόλυνση των φαληρικών υδάτων και το ψάρεμα, πλέον, ήταν αδύνατο. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να επιστρέψει στο Τουρκολίμανο και να ψαρεύει στα ανοικτά, αλλά το ψάρεμα εκεί ήταν πολύ δύσκολο, πολύ κουραστικό και δεν απέφερε πάντα κέρδος· απ’ το πολυπληθές τσούρμο του, κράτησε μόνον δύο-τρία παλικάρια. Τα χρόνια όμως είχαν περάσει, ο καπετάν Ανδρέας Ζέπος είχε βαρύνει (χώρια που ήταν και αλκοολικός) ενώ μεροκάματο δεν έβγαινε· δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο αυτή τη δουλειά.

Περί το 1955 αποφασίζει να δουλέψει ως μανάβης, να παίρνει ψάρια από τα καΐκια και να γυρίζει να τα πουλήσει. Αντί να γυρνάει τις γειτονιές όμως, αξιοποίησε τις γνωριμίες του και πήγαινε ψάρια σε όλες τις ταβέρνες και τα εστιατόρια. Ούτε πάλι, όμως, έβγαζε μεροκάματο γιατί οι ταβέρνες δεν πλήρωναν. Του ‘λεγαν «έλα τη Δευτέρα μετά το Σαββατοκύριακο που θα ‘χουμε δουλειά», αλλά ούτε τη Δευτέρα πλήρωναν γιατί «δεν ήρθε κόσμος». Όμως, και ο ίδιος ο καπετάν Ανδρέας Ζέπος δεν είχε πια τη δύναμη να γυρίζει την πόλη με τα πόδια και τα βαριά καλάθια· είχε μεγαλώσει. Παίρνει, λοιπόν, ένα καλάθι ψάρια, και στέκεται έξω από τον ηλεκτρικό στο Φάληρο. Βγάζει μικρό μεροκάματο αλλά η πληρωμή γίνεται τουλάχιστον τοις μετρητοίς και όχι όπως στις ταβέρνες. Όταν τελειώνει νωρίς, ψαρεύει μόνος του χταπόδια και τα πουλά την επομένη. Έβαλε μάλιστα και μια ταμπέλα: «Ψάρια απ’ τον καπετάν Ανδρέα Ζέπο». Τα λεφτά δεν έφταναν όμως, και η γυναίκα του, η κυρά Κατίνα, αναγκάζεται να ξενοδουλέψει. Τυχερή στην ατυχία της, την παίρνει βοηθό στο σπίτι της η Φανή, η γυναίκα του λογοτέχνη Κώστα Σούκα. Η Φανή ευεργετήθηκε από τον καπετάνιο όταν στην Κατοχή της έδινε, μαζί με τόσους άλλους, από μια χούφτα ψάρια και επιβίωσαν. Γρήγορα ο καπετάν Ανδρέας Ζέπος συνδέθηκε με τη φιλολογική συντροφιά του Σούκα, η οποία τον δέχθηκε με σεβασμό και αγάπη· εκεί τον γνώρισε και ο Ευ. Αθηναίος. Απ’ αυτούς τους ανθρώπους βρήκε μια αναγνώριση για όσα έκανε στην Κατοχή.

 

Φαίνεται όμως ότι, αυτή η υπέρμετρη αγάπη του Ζέπου και βοήθεια που έδινε στον καθένα, να του στοίχισε σε τελευταία ανάλυση και την ίδια του τη ζωή, αφού είναι σίγουρο ότι του στοίχισε το καΐκι του! Γιατί ο καπετάν Ανδρέας Ζέπος ήταν «τρομερά φερέγγυος άνθρωπος κι όταν χρωστούσε αρρώσταινε», όπως είπε κάποτε ο γιος του.

Έτσι, κάποια μέρα εκείνης της εποχής, ένας γνωστός του από τη Χαλκίδα, θέλησε να πάρει ένα δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα, για να αγοράσει «εργαλεία» για το καΐκι του. Ο καπετάν Ανδρέας Ζέπος μπήκε εγγυητής, αλλά για κάποιον λόγο το δάνειο δεν εξοφλήθηκε και ο καπετάν Ανδρέας Ζέπος δεν είχε τόσα πολλά λεφτά πια για να πληρώσει. Έπρεπε να πληρώσει με το καΐκι του… Το έχασε. Έγινε αλκοολικός από το πιοτό -όταν οι άλλοι έπιναν καφέ, αυτός έπινε ούζο και κάποια στιγμή δεν άντεξε…

Πέθανε από κίρρωση του ήπατος στα 1969, σε ηλικία 55 χρονών. Πέθανε άφραγκος και παρά λίγο να γίνει και έρανος για τα έξοδα της κηδείας του. Τότε, ο Παπαϊωάννου έγραψε προς τιμήν ένα ακόμη τραγούδι, το «Ο Ζέπος εκουράστηκε». Το περίφημο καΐκι του, ο «Άγιος Ευστράτιος», μετά την τράπεζα, άρχισε να αλλάζει χέρια. Βγήκε σε πλειστηριασμό και το αγόρασε μια μεγάλη οικογένεια ψαράδων από το Πέραμα, οι Παγιδαίοι, που το ονόμασαν «Ζέπο». Κάποια στιγμή αποφάσισαν να το πουλήσουν για να πάρουν μεγαλύτερο. Το καΐκι αλλάζει πάλι χέρια. Αυτή τη φορά το αγοράζει ο Ναουσαίος ψαράς Θανάσης Νταντάνης, που ζούσε στην Πάρο. Το κράτησε αρκετά χρόνια και στη συνέχεια πούλησε τον «Ζέπο» στον αρχιτέκτονα Κώστα Γουζέλη. Αυτός περιέβαλε το ιστορικό σκαρί με περισσή αγάπη, το ανακατασκεύασε, του έβαλε πανιά, το έκανε ακόμα πιο όμορφο και κράτησε το όνομά του. Μ’ αυτό, ο γνωστός σκηνοθέτης Γιώργος Κολόζης έκανε τα γυρίσματα της σειράς ντοκιμαντέρ «Αιγαίο νυν και αεί», στο επεισόδιο «Αέρας στα πανιά μας», που προβλήθηκε με επιτυχία από την κρατική τηλεόραση. Ο «Ζέπος» ξανοίχτηκε και πάλι στο Αιγαίο για τις ανάγκες των γυρισμάτων σ’ ένα δύσκολο ταξίδι 1500 μιλίων. Το καΐκι, μετά την εκπομπή, κατέληξε σε έναν από τους συγγενείς της οικογένειας Περατικού και άραξε σε έναν μόλο του πανέμορφου νησιού της Αντιπάρου.

 

(Πηγή: https://trelogiannis.blogspot.com)

 

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button