Περιοδικό

Θυμάμαι όταν έκοβε ο βοριάς…

Σκέψεις .

Της Βαρβάρας Βαγιάκου Βλαχοπουλου

Θυμάμαι όταν έκοβε ο βοριάς, οι νύχτες κοιμόταν ανενόχλητες πια.

Όταν οι μεταλλικοί καυγάδες των μπουριών της σόμπας τα εύρισκαν μεταξύ τους και περίμεναν λουφαγμένοι το μεροκάματο, τότε οι νιφάδες του χιονιού,έπιαναν τα πινέλα και ασβέτωναν αθόρυβα τα τειχιά του Κάστρου, καρσί στο βορινό μου παραθύρι.

Η παιδική χαρά δεν κρατιόταν στην επιθυμία της γαλότσας,των πλεκτών γαντιών ,του σκούφου της απόλαυσης του παιχνιδιού. Χιονιές: το πιο αγαπημένο παιχνίδι της χρονιάς.Μια δυο φορές το παίζαμε το χρόνο όλο κι όλο.Το λαχταρούσαμε όλα τα παιδιά της γειτονιάς.Όλος ο Ρωμεϊκος γιαλός.Στοίβαζε χιόνι στης Μελπάρας το χάλασμα και μας περίμενε.Άρεσαν και σ´αυτόν τα πανηγύρια.Ο χειμώνας του στερούσε τις φωνές.Βαριόταν τα ακούσματα των κυμάτων, που όλη μέρα μαλιοτραβιόταν σαν τις κουτσομπόλες.Βαριόταν τις ριπές των ανέμων που δημιουργούσαν θαλασσογραφίες για όλες τις γκαλερί του κόσμου.

Χθες όλη μέρα ό,τι υπήρχε στο μπαλκόνι της πόλης, χοροπηδούσε στο μένος του βοριά.Τη νύχτα σίγησε.Λες; είπα προς στιγμή στο δρασκέλισμα του άλματος εις όπισθεν των χρόνων και έβαλα τη νοσταλγία στο μαξιλάρι της…Κοιμήσου αγαπημένη.Ονειρέψου ό,τι δικαιούσαι και στάσου στο βάθος σου.Απώτερο μέλλον δε σου έχει επιφυλάξει η μοίρα σου.

Τι το θες το χιόνι για μια μπάλα χιονιού που δε θα χτίσεις,για ένα παιχνίδι που σου λείπουν οι συμπαίκτες.

Μάταια ψάχνεις τα πλεκτά γάντια που σου είχε πλέξει η Νόνα σου.Κι εκείνο το κασκώλ το ριγωτό κόκκινο- μπλε και τον σκούφο με τη φούντα που απαιτούσε κι αυτή το ασορτί της.

Πήρα το μαξιλάρι αγκαλιά και περίμενα να φέξει.Δε ξέρω γιατί έχω αφήσει πάνω στον καθρέφτη τα Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια,ίσως χρειάζομαι λίγο από Χριστούγεννα ακόμα.

Συμμάζεψα τ´απομεινάρια της νοσταλγίας των παιδικών μου αναμνήσεων.

Άφησα τις χιονιές να ξεσφιχτούνε μόνες τους και τον χιονάνθρωπο να λιώσει.Μάζεψα από τα παγωμένα λασπόνερα τον σκούφο και το ασορτί κασκώλ που του είχα δανείσει για να ικανοποιήσω την φιλαρέσκεια της νιότης μας και με ιερότητα τραγανίζω το καρότο. Ναι ακόμα!

Διατηρεί τη βιολογική του γεύση.Το σφρίγος του λείπει..

 

Ξημέρωσε θαρρώ.Τραβάω την κουρτίνα να απολαύσω …μια εικόνα από τα ίδια.

Ούτε λύπη ,ούτε χαρά.Κάτι μαύρα σύννεφα αχνοφαίνονται σκεφτικά.

Μια αλκυονίδα αναποφάσιστη κι αυτή αναρωτιέται αν πρέπει φέτος να γεννήσει …

 

Το τζάκι πρέπει να ανάψει…μαζεύω τις χθεσινές στάχτες και στοιβιάζω μέσα την καθημερινότητα που πρέπει κι αυτή να γίνει στάχτη ως αργά τη νύχτα …

Δοξάζω τον θεό που μου τη χαρίζει.

Την καθημερινότητα καλε!🍀🍀🍀

 

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button