Περιοδικό

Της Βαρβαρας Βαγιάκου Βλαχοπούλου

ΜΕ ΓΕΥΣΗ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ

ΜΕ ΓΕΥΣΗ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ

Της Βαρβαρας Βαγιάκου Βλαχοπούλου

Από τότε που έγινα γιαγιά έχω εξαντλήσει όλη μου τη φαντασία στα παραμύθια.Οποιαδήποτε εικόνα ψαρέψω σε ενδεχόμενο ρεκτιφιέ της μνήμης μου και αποφασίσω να την ιστορίσω, η εγγόνα μου μου λέει.”Όχι έτσι γιαγιά…πες πρώτα μια φορά ,κ’εναν καιρό.”

Μια φορά κ’εναν καιρό λοιπόν Βαρβαρούλα μου ήταν δυό αδερφούλες, η Ουρανούλα και η Ρούλα και ζούσαν ευτυχισμένες με την οικογένεια τους σε ένα όμορφο νησί.Τη γιαγιά τους την έλεγαν Βοτώ.Ηταν τόσο γλυκιά που οι δυο αδερφούλες την φώναζαν σοκολάτα.

“Ήταν πριγκίπισσα γιαγιά;”” Όχι καρδούλα μου δεν ήταν πριγκίπισσα ήταν η καλή μάγισσα και κάθε που έπεφτε η νύχτα,έβαζε σκάλα και τις ανέβαζε στο φεγγάρι για να μη φοβούνται τα σκοτάδια της γης.Τους έδινε ανεξίτηλες μπογιές και τις μάθαινε να μπογιαντίζουν τις ψυχές τους Η ποδιά της είχε το χρώμα της στοργής,η αγκαλιά της μοσχοβολούσε κουραμπιέδες,το χάδι της γλιστρούσε κατευθείαν στις ψυχές τους.Τις στάχτες που κουβαλούσε η δική της ψυχή δεν επέτρεψε ποτέ τους να τις δούνε.Όσο η Ρούλα και η Ουρανούλα μεγάλωναν τόσο πιο πολύ έφερναν στο μυαλό τους τη γλυκιά γιαγιά τους που ο θεούλης την είχε εν τω μεταξύ πάρει κοντά του λίγο πρίν απο τα λυπημένα εκείνα Χριστούγεννα.Η μοίρα έταξε τις δυό αδερφούλες να περάσουν δύσκολες στιγμές μαζί και για να τις γλυκάνουν κάθε που έγερνε ο ήλιος η μια έπιανε το χέρι της άλλης και σαν ηλιοτρόπια έγερναν τα κεφαλάκια τους στην ποδιά της μνήμης τουςκαι αναζητούσαν τη πιο γλυκιά σοκολάτα.Σοκολάτα γάλακτος.Τους άρεσε να τρώνε σοκολάτες και να θυμούνται.Μόλις άνοιγαν τη σοκολάτα ήταν σα να άνοιγαν το συρτάρι με τις έγκλειστες αναμνήσεις.Όλες έβγαιναν με τα γιορτινά τους ντυμένες.Με φιόγκους στα μαλλιά, φουστανάκια με σφηγκοφωλιές και παπουτσάκια λουστρινένια.Αθλιότητα και μιζέρια…άγνωστες λέξεις στο συρτάρι.Μια φλυαρία χαράς αρχινούσε τότε με γεύση σοκολάτας γάλακτος.Ήταν σα να έτρεχαν στα γιορτινά μαγιάτικα λιβάδια του νησιού και κρεμούσαν τα ρούχα της ψυχής τους σε ολάνθιστα κλωνάρια αμυγδαλιάς.”

” Θυμάσαι που ξενυχτούσε δίπλα μας όταν είχαμε πυρετό;” ” Θυμάσαι που σηκώνονταν αξημέρωτα για να ζημώσει τα κλίκια;””Θυμάσαι τις λαλαγίτες που έφτιαχνε την παραμονή των Φώτων για να φάνε οι καλικάντζαροι και να φύγουν;””Θυμάσαι που μάζευε κάτω απο το στρώμα της τα ασημόχαρτα για να τυλίξουμε καρύδια και να στολίσουμε το δέντρο τα Χριστούγεννα;””Θυμάσαι που μας έραβε φουστανάκια για τις κούκλες μας;”Θυμάσαι τα ριγέ κασκώλ που μας έπλεξε για το λαιμό μας;”Θυμάσαι εκείνο το μια «Βολά και έναν καιρό” που μας ανέβαζε στα φεγγάρια και τους ήλιους; Δε τον θέλαμε τον ήλιο τα Χριστούγεννα.Επιθυμούσαμε οι γαλότζες μας να τρίζουν μέσα στα χιόνια καθώς μας πήγαινε στην ΑγιάΤριάδα να μας μεταλάβει ο παπα Βασίλης.

Θυμάσαι…θυμάμαι …θυμόμασταν…Θυμόμασταν για να ποτίζουμε τον κορμό μας και να τον συντηρούμε Μεγάλη παύση…παύση υγρή…

“Κι ύστερα γιαγιά;”…”Δε θέλω να θυμάμαι το ύστερα..δε θέλω να θυμάμαι άσπρα κρίνα και μαβιά Δε θέλω να αγοράσω ξανά σοκολάτα γάλακτος…γιατί δεν έχω με ποιόν να τη μοιραστώ πια.Δυνατή σιωπή…και ανάμεσα στο ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα που περίμενε να ακούσει η Βαρβαρούλα μου,ένα δάκρυ ξεκόλλησε αργά για να σφραγίσει το παραμύθι.Το άφησα να κυλήσει ίσαμε τα χείλη μου…είχε τη γεύση της κουβερτούρας

 

© ΒΑΡΒΑΡΑ ΒΑΓΙΑΚΟΥ – ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

 

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button