Περιοδικό

Το  Νησί (μέρος ΙΙ)

Το  Νησί

(μέρος ΙΙ)

Γραφει  η Χριστινα Κάβουρα

Όχι δεν κατοικούσε  ο φόβος στο νησί,  όχι όπως κατοικεί  πλέον στις πόλεις μας!

Από παλιά ήταν η ζωή μας απλή, ήρεμη με μικρές πάντα διακυμάνσεις.

Τι φοβόμασταν ?

Ε, τον παιδονόμο όταν παραβιάζαμε τα όρια της κυκλοφορίας των …. μαθητών

Τον Καθηγητή όταν ήμασταν αδιάβαστοι

Τον Γυμνασιάρχη όταν κάναμε αταξίες

Τη μάνα μας όταν σκίζαμε το … παντελόνι  (ειδικά για τα αγόρια!)

 

(Διάβαζα τις προάλλες για έναν  Πακιστανό,  που έγινε όχι μόνο διάσημος αλλά και εκατομμυριούχος,  φέρνοντας στην πατρίδα του τόνους  φθηνά  ρούχα από την Αμερική, δεύτερο χέρι μεν,   μια χαρά δε. Την επιχείρηση αυτή την ξεκίνησε  όταν άκουσε έναν πατριώτη του που χτύπησε πέφτοντας το γόνατό του, και  τον οποίο δεν τον πτοούσε ο  πόνος,  φοβόταν μόνο  ο  ταλαίπωρος μην έχει  σκίσει το παντελόνι του. Δεν είχε άλλο)

 

Ήταν η ζωή μας χαρούμενη ?  Ήταν όπως είναι οι ζωές των ανθρώπων, με τα πάνω της και τα κάτω της, με τα καθημερινά προβλήματα μικρά ή μεγαλύτερα, αλλά δεν φοβόμασταν τον διπλανό μας, δεν μας φόβιζε το σκοτάδι,  μπορούσαμε να έχουμε ανοιχτές τις πόρτες μας και τις είχαμε, δεν βλέπαμε τον άλλο με υποψία, δεν υπήρχε αυτή η υποψία του κακού στη ζωή μας !

Θυμάμαι την γιαγιά μου που όταν έπρεπε να ανέβουμε στον Κορνό, έψαχνε το κλειδί να κλειδώσει την πόρτα στο σπίτι στη Μύρινα, με όχι και τόσο λαμπρά αποτελέσματα ! Δεν είχαμε κλειδί, τουλάχιστον πρόχειρο, ένα παράτι βάζαμε το βράδυ !

Αυτή την ανεμελιά χάρηκα και αυτή τη φορά στο νησί, πόρτες ανοιχτές ή κλειστές λόγω του αέρα αλλά με τα κλειδιά επάνω,  βράδυ χαλάρωμα στην βεράντα,  βραδινές επιστροφές  χωρίς κανένα άγχος,  ξανα-άρχισα να αγαπώ τη νύχτα,  να φορώ μαλαματένιους σταυρούς και όποια άλλη «ματαιότητα»  ήθελα,   να ανακαλύπτω ξανά την νυχτερινή θάλασσα,  ένα ποτό στις Τζιτζιφιές που τόσο μου λείπουν το χειμώνα !

Η ζωή γινόταν όπως τότε,  έπαιρνε πάλι τα παλιά της γνωρίσματα,  ημέρευε, νυχτερινοί δρόμοι αναβίωναν  μέσα στο φεγγαρόφωτο,  υπήρχαν ακόμα αστέρια και αστερισμοί ψηλά στον ουρανό να χαζέψουμε, ένα σωρό αστέρια που έχουν χαθεί από τον ουρανό της πόλης.

 

Γιατί μεταμορφώθηκαν οι πόλεις μας ? Γιατί πάντα καραδοκεί κάτι, ιδιαίτερα μόλις πέφτει η νύχτα ?  Είναι καιρός που ο φόβος κατοικεί στις πόλεις μας και η κατάσταση όσο πάει γίνεται χειρότερη. Κάπου υπάρχει  κρυμμένο ένα λάθος, θα το βρούμε άραγε ποτέ ?

Η εγκληματικότητα ξύπνησε με ένα αλλοπρόσαλλο εντελώς ανοίκειο και φοβερό πρόσωπο στα παιδιά. Παιδιά που δέρνονται μέχρι θανάτου από συνομηλίκους τους, παιδιά που μαχαιρώνονται χωρίς σοβαρή αιτία  μέσα στο δρόμο, παιδιά που μαχαιρώνουν τους δασκάλους τους, παιδιά που θα έπρεπε να είναι χαρούμενα, να μην έχουν σχέση με το κακό.  Πότε μπήκε το κακό στην ζωή των παιδιών και ποιος ήταν ο λόγος ?

 

Προσπαθώ να θυμηθώ, γυρίζω πίσω στα χρόνια του δικού μας αυλόγυρου, εκεί στο «πλωτό» μας Γυμνάσιο.  Θυμάμαι παρέες παιδιών, αγοριών και κοριτσιών,  που ναι μας άρεσε κάθε τι που αλάτιζε την καθημερινότητά μας,   μας άρεσαν οι φάρσες,   κάποτε ήταν πιο σκληρές  ή πιο χαζές,    ποτέ όμως βίαιες.  Όχι,  θυμάμαι μόνο καζούρες για την  αντίπαλη ποδοσφαιρική ομάδα, δεν θυμάμαι όμως συγκρούσεις και δη βίαιες.  Άλλωστε δύο ήταν οι δικές μας ποδοσφαιρικές ομάδες, τουλάχιστον οι …. Διάσημες,  ο Παλλημνιακός και ο Αστέρας, απόλυτα αγαπημένες και σεβαστές και οι δύο.  Τα ποδοσφαιρικά ματς την Κυριακή ήταν γιορτή και ο περισσότερος κόσμος ανηφόριζε  χαρούμενος για το γήπεδο.

Στο νου μου έρχονται ταπεινές  μαζώξεις,  πάρτι,  κάποιες γιορτές ή το  κυνήγι το βράδυ με τον παιδονόμο ή με κάποιον καθηγητή που έψαχνε για άτακτα αγόρια,  άντε και κανέναν  αναίμακτο …. Πετροπόλεμο ανάμεσα  σε  ομάδες παιδιών  Τσας – Μύρινα – Ανδρώνι,  αλλά τίποτα σοβαρό,  όλα αυτά  τα δρώμενα   πιο πολύ ήταν παιγνίδι.

Πότε ξέφυγε η κατάσταση όχι στο νησί αλλά στον κόσμο ολόκληρο !

Ίσως εμείς ακόμα στο νησί ζούμε στο δικό μας σύμπαν, όπως και τότε,  συνεχίζουμε να κατοικούμε σε ένα σύμπαν πιο απλό και πιο ήμερο.

Θυμάμαι τον δικό μας αυλόγυρο ιδιαίτερα όταν η πραγματικότητα στενεύει,  πρωί ή στο διάλειμμα απέναντι από μια θάλασσα γαλήνια ή τρικυμισμένη πλατιά και μεγάλη, δική μας.

 

Πόσο μου λείπουν τα βράδια στη Μύρινα !

 

 

 

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button