Απόψεις

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ – Η μετάλλαξη του υιού και της θυγατέρας

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ – Η μετάλλαξη του υιού και της θυγατέρας

 Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης

 

Πολλές μεταλλάξεις του ιού τελευταία, Δέλτα, βρετανική, ινδική, νότιας Αφρικής κ.ά.  Μετάλλαξη όμως φαίνεται ότι έχουμε μερικές φορές και στις σχέσεις παιδιών προς τους γονείς.

 

Έχω ένα φίλο, πατέρα τριών παιδιών. Σε όλη του τη ζωή δούλεψε πολύ σκληρά, με στερήσεις και θυσίες, για να ζήσει την οικογένειά του, να μεγαλώσει και να «αποκαταστήσει» τα παιδιά του, δηλαδή να εξασφαλίσει για αυτά μια άνετη ζωή, με τις καλύτερες συνθήκες και προοπτικές. Δεν ήθελε να στερηθούν και να υποφέρουν – όπως είχε υποφέρει αυτός. Γι’ αυτό από μικρά τους προσέφερε όλα τα αγαθά. Φίσκα οι ντουλάπες τους με ρούχα και παιχνίδια. Όταν μεγάλωσαν λίγο, με τις ξένες γλώσσες, τα φροντιστήρια, το γυμναστήριο, τη μουσική, το γερό χαρτζιλίκι. Τέλος, όταν ενηλικιώθηκαν, τα σπούδασε και τα προίκισε, δίνοντας στο καθένα πολύ χρήσιμα και ακριβά πράγματα. Στον έναν πλήρωσε τον εξοπλισμό του ιατρείου, στον άλλον αγόρασε ένα αυτοκίνητο, στην κόρη τον εξοπλισμό του καινούργιου διαμερίσματος.

Όπως περνούσαν τα χρόνια, κάπου μέσα του είχε την κρυφή σκέψη, «την ακίνητη περιουσία μου θα την δώσω σε όποιον από τους τρεις με κοιτάξει στα γεράματα». Τα παιδιά, όμως, τράβηξαν το καθένα το δρόμο του. Παντρεύτηκαν, έκαναν δικές τους οικογένειες και έφυγαν μακριά. Απέμεινε μόνον η επαφή με το τηλέφωνο. Τον επισκέπτονταν όποτε χρειάζονταν χρήματα ή κάτι άλλο. Για να πάρουν – όχι για να δώσουν.

Μια μέρα ήλθαν και τον επισκέφτηκαν και οι τρεις:

 

–               Εσύ, μπαμπά, τώρα δεν χρειάζεσαι και πολλά πράγματα για να ζήσεις. Η μικρή σύνταξη που παίρνεις σου φτάνει. Ούτε ενοίκιο πληρώνεις, ούτε δόσεις χρωστάς. Τα έξοδά σου είναι περιορισμένα, ούτε για εκδρομές είσαι πλέον, ούτε για γλέντια, ούτε για μεγάλη ζωή. Ένα γιαουρτάκι σου φτάνει – που λέει ο λόγος.

Εμείς, αντίθετα, έχουμε πολλά έξοδα. Πήραμε μεγάλα σπίτια με στεγαστικό δάνειο και χρωστάμε στην τράπεζα. Επίσης χρωστάμε τις δόσεις για το αυτοκίνητο και το εξοχικό. Αν δεν πληρώσουμε θα μας το πάρει η τράπεζα. Τα παιδιά μας – τα εγγόνια σου –  κάνουν ιδιαίτερα και φροντιστήρια. Μόνο για το Ιντερνέτ, τα κινητά και το χαρτζιλίκι τους ξοδεύουμε ένα σωρό λεφτά. Ο Τάκης είναι φαντάρος στη Λήμνο, κάθε δυο βδομάδες παίρνει άδεια κι έρχεται σπίτι, μόνο τα αεροπορικά του εισιτήρια το μήνα στοιχίζουν 280 ευρώ – χώρια τα τσιγάρα και οι καφέδες. Ο Νίκος έπιασε δουλειά, αλλά για να μη πηγαίνει με το αστικό θέλει να του πάρουμε αυτοκίνητο. Η Ελένη θέλει να πάει ένα ταξίδι στην Αυστρία με το φίλο της.

Λοιπόν, όπως καταλαβαίνεις, πρέπει να μας μοιράσεις την περιουσία σου – όπως κάνει όλος ο κόσμος. Έτσι κι αλλιώς κάποτε θα μας τη δώσεις, καλύτερα τώρα που τη χρειαζόμαστε. Κι αν χρειαστείς κάτι, μη στενοχωριέσαι, εμείς εδώ είμαστε, δεν θα σας αφήσουμε εσένα και τη μαμά…

 

Στην αρχή ο φίλος μου αρνήθηκε. Η σύνταξή του ήταν μικρή και τη συμπλήρωνε με 1-2 ενοίκια που έπαιρνε από τα ακίνητα. Τα παιδιά όμως έγιναν πολύ πιεστικά, άρχισαν να απαιτούν:

–        Έχεις υποχρέωση να μας τα δώσεις.Παιδιά σου είμαστε, τα δικαιούμαστε. Κι όχι μόνον εμείς, αλλά και τα εγγόνια σου, που έχουν και το όνομα το δικό σου και της μαμάς. Τι θα τα κάνεις αν τα κρατήσεις; Στον τάφο θα τα πάρεις;…

 

Από εδώ τον είχαν, από εκεί το έφεραν, στο τέλος τον κατάφεραν και τους τα έδωσε όλα. Κι έμεινε μόνο με τη συνταξούλα και τη γυναίκα του.

 

Από τότε αραίωσαν ακόμα περισσότερο οι επισκέψεις των παιδιών.

Κι άρχισαν τα δικά του προβλήματα.

  • Η γυναίκα του έκανε μια εγχείρηση και χρειάστηκε πολλά λεφτά,

δανείστηκε από κάτι φίλους.

  • Το σπίτι έπαθε μια ζημιά στα υδραυλικά και την αποχέτευση.
  • Χάλασαν το διαφορικό και ο συμπλέκτης στο αυτοκίνητο.
  • Ο οδοντίατρος για τη μασέλα ζήτησε 800 ευρώ.
  • Άρχισαν και τα φάρμακα, για την πίεση, χοληστερίνη, το ζάχαρο, τον προστάτη. Η μισή του σύνταξη πήγαινε σε γιατρούς και φάρμακα. Μέχρι λεξοτανίλ άρχισε να παίρνει όταν τα βράδια είχε ανησυχίες και δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
  • Το ίδιο και η γυναίκα του, με τα αρθριτικά, τη μέση και τα γόνατα. Και οι δυο τους έπαιρναν καμιά δεκαριά φάρμακα ο καθένας.

 

Και τα παιδιά;

Τα παιδιά τους θυμόντουσαν μόνο κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα. Πιο πολύ θυμόντουσαν τη μαμά τους:

–     Θα μας κάνεις εκείνα τα νόστιμα σπιτικά φαγητά που ξέρεις;

 

Κάθε φορά που έπαιρναν τηλέφωνο ότι θα έλθουν, αυτή ήταν όλο ετοιμασίες. Τον έστελνε να ψωνίσει από όλα, το τραπέζι να είναι πλούσιο. Κι όταν έφευγαν, τους φόρτωνε με πίτες, αυγά, σπιτικά τρόφιμα, μαρμελάδες, ελιές, τυρί, τραχανά, κ.ά.

 

Τον φίλο μου καμιά φορά τον έπιανε το παράπονο.

–        Δεν φταίνε τα παιδιά, δικό μου είναι το λάθος. Καλά με συμβούλευαν μερικοί, να μη τα δώσω όλα στα παιδιά, αλλά να κρατήσω μια πισινή για τον εαυτό μου…

 

 Μια μέρα φώναξε τη γυναίκα του:

–     Όπως βλέπεις, χρειαζόμαστε βοήθεια και τα παιδιά μας είναι μακριά. Καμιά μέρα θα πέσουμε και δεν θα μπορούμε να σηκωθούμε. Άκουσα ότι στο γηροκομείο τους φροντίζουν πολύ. Μέχρι και νοσοκόμα έχουν.  Τι λες; Πάμε να μείνουμε εκεί;

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button