Περιοδικό

Μια μικρή χριστουγεννιάτικη ιστορία

Μια μικρή χριστουγεννιάτικη ιστορία

Του Ευδόκιμου Τσολακίδη  (Επιμέλεια Θ. Δημητριάδη) 

Ο Νίκος μισούσε τα Χριστούγεννα. Τού φαινόταν η πιο υποκριτική γιορτή. Όλοι μιλούν για αγάπη, ειρήνη, ευτυχία, και τα εύχονται γενναιόδωρα προς κάθε κατεύθυνση, στολίζοντάς τα με κάθε λογής χιονισμένες καρτούλες,

με αγιοβασίληδες, τζάκια και έλκηθρα, και στην πράξη το μόνο που τους νοιάζει, είναι να χλαπακιάσουν την γαλοπούλα και να ντερλικώσουν περιδρομιάζοντας τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα.

Δεν γνώριζε κανέναν που να έκανε στο ελάχιστο πράξη τα όσα εύχονταν. Δεν γνώριζε κανέναν που να νοιάζεται για τον συνάνθρωπο του

πέρα από τα λόγια… στην πράξη… που να κάνει το ελάχιστο για να βοηθήσει έναν άρρωστο, έναν άστεγο, έναν δυστυχισμένο.

Άκουγε μόνον λόγια, λόγια, λόγια… ευχές, ευχές, ευχές… υποκρισία, υποκρισία, υποκρισία.

Έφταναν στο σημείο να εύχονται να χιονίσει για να πάνε στο χιονοδρομικό κέντρο για σκι, ή να έχει κρύο και κακοκαιρία για να νιώσουν καλύτερα το πνεύμα των Χριστουγέννων δίπλα στο τζάκι, την ώρα που έξω από την πολυκατοικία τους κοιμόντουσαν άστεγοι πάνω σε υγρά χαρτόνια.

Ο Νίκος κάθε φορά που έβλεπε έναν άστεγο σκεφτόταν πως όταν γεννήθηκε αυτός ο άνθρωπος η νοσοκόμα βγήκε από την αίθουσα του τοκετού και είπε στον πατέρα του, “Αγόρι”, κι εκείνος δάκρυσε απ’ τη χαρά του και κέρασε όλους τους φίλους του και τους συγγενείς που έσπευσαν να τον συγχαρούν και να του ευχηθούν για το βλαστάρι του!

 

Εκείνο το πρωί των Χριστουγέννων ξύπνησε αργά με πονοκέφαλο αφού το προηγούμενο βράδυ είχε πάει στο σπίτι του αδερφού του και είχαν πιει πολύ. Η γυναίκα του με την πεθερά του, που είχε έρθει από νωρίς για να βοηθήσει, μαγείρευαν για το μεσημεριανό τραπέζι. Τα παιδιά του έκαναν υπομονή όση ώρα κοιμόνταν, αλλά τώρα που ξύπνησε δεν κρατιόντουσαν και τον περίμεναν πώς και πώς. Είχαν φορέσει  σκουφιά, γάντια, παλτά, κασκόλ, και περίμεναν στην πόρτα για να τους πάει όπως τους είχε υποσχεθεί στο παγοδρόμιο.

Σηκώθηκε με κόπο, ήπιε στα γρήγορα έναν καφέ να συνέλθει και πήρε τα παιδιά να τα πάει στο παγοδρόμιο, όπως είχε υποσχεθεί.

Στον δρόμο είδε έναν άστεγο να κοιμάται πάνω σε κάτι χαρτόνια. Μια σκέψη πέρασε αστραπιαία από το μυαλό του αλλά δεν είπε τίποτα.

Στο παγοδρόμιο τα παιδιά έτρεξαν, διασκέδασαν και καταχάρηκαν το παιχνίδι και τις λιχουδιές. Πλημμύριζε από ευτυχία όταν τα έβλεπε ευτυχισμένα. Έτσι πέρασε γρήγορα η ώρα, έφτασε μεσημέρι και πλησίαζε η ώρα για το μεσημεριανό χριστουγεννιάτικο φαγητό.

Μπήκαν στο αυτοκίνητο και πήραν τον δρόμο της επιστροφής για το ζεστό σπίτι. Ο άστεγος ήταν ακόμα εκεί, μόνο που τώρα καθόταν κουκουλωμένος από το κρύο και κοίταζε το άπειρο.

 

Έφτασαν στο ζεστό σπίτι και το τραπέζι ήταν σχεδόν έτοιμο. Στο μεταξύ είχαν έρθει η αδερφή της γυναίκας του με την οικογένειά της. Μόλις είδαν τα ξαδέλφια τους τα παιδιά, ξεχάσανε την κούραση από το παγοδρόμιο και έτρεξαν ουρλιάζοντας στο δωμάτιό τους ανοίγοντας τα δώρα που τους έφεραν οι θείοι τους. Ο Νίκος προφασίστηκε ότι δεν θα φτάσει το κρασί και είπε στην ομήγυρη ότι θα πεταχτεί μέχρι το ζαχαροπλαστείο να πάρει κανα δυο μπουκάλια ακόμη. Όταν ο μπατζανάκης του προσφέρθηκε να πάει μαζί του για παρέα αυτός αρνήθηκε ευγενικά, λέγοντας πως σε πέντε λεπτά θα είναι πίσω. Κατέβηκε στο υπόγειο γκαράζ της πολυκατοικίας και πριν βάλει μπροστά το αυτοκίνητο πήγε στην μικρή αποθηκούλα και πήρε δυο κουβέρτες κι ένα μπουφάν που δεν φορούσε πια. Τα έβαλε στο πορτ μπαγκάζ κι έφυγε. Στον δρόμο σταμάτησε σ’ ένα Έβερεστ και πήρε δυο πίτσες, μια ζαμπονόπιτα,  μια κουρού με φιλαδέλφια,  ένα προφιτερόλ,  ένα εκλέρ,  και δυο κουτιά μπύρες.

Όταν έφτασε εκεί που ήταν ο άστεγος, εκείνος ήταν ακόμα κουκουλωμένος από το κρύο και κοιτούσε ακόμη το άπειρο. Τού έδωσε τα πράγματα, του ευχήθηκε χρόνια πολλά και ζήτησε συγγνώμη που ήταν βιαστικός και έπρεπε να φύγει, αλλά τού υποσχέθηκε ότι θα ξαναπάει μια μέρα που θα έχει χρόνο και θα κάτσει να τα πούνε. Του άφησε και είκοσι ευρώ για να πάρει έναν καφέ κι έφυγε.

 

Απ’ την χαρά του έφτασε στο σπίτι και την ώρα που ήταν έτοιμος να μπει στο πάρκινγκ θυμήθηκε ότι ξέχασε το κρασί κι έτρεξε να πάρει δυο μπουκάλια. Όταν μπήκε στο σαλόνι όλα ήταν έτοιμα και περίμεναν αυτόν για να σερβίρουν.

–       Του Νίκου δεν του αρέσουν οι γιορτές,  είπε γελώντας η αδερφή της γυναίκας του.

–       Δεν είναι ότι δεν μ’ αρέσουν,  απάντησε αυτός. Απλά, τις βαριέμαι λίγο.

–       Έτσι είναι όλοι οι άθεοι,   είπε πειράζοντας τον η γυναίκα του, “Δεν τους αρέσει το πνεύμα των Χριστουγέννων”.

–       Μη λες τέτοια πράγματα μπροστά στα παιδιά”  την μάλωσε η πεθερά του.

–       Στην υγειά μας,  είπε ο μπατζανάκης του, σηκώνοντας το ποτήρι του.

–       Στην υγειά μας,  είπαν όλοι.  Αγάπη, ειρήνη και ευτυχία, σε όλον τον κόσμο!

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button