Περιοδικό

Μικρο ποιητικό αφιέρωμα στο Πολυτεχνείο 1973 – 2021, 48 χρόνια μετά !

Πολυτεχνείο 1973- 2021

48 χρόνια μετά

Μικρό ποιητικό αφιέρωμα στα «παιδιά με τα μεγάλα μάτια»

Γράφει η Δέσποινα Παπαδοπούλου, Φιλόλογος

Επειδή δεν πρέπει να ξεχνάμε

                                 γιατί η λήθη είναι σύμμαχος του Κακού

 Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος ήταν από τους πρώτους λογοτέχνες  που τις μέρες της εξέγερσης την απαθανάτισαν με την τέχνη τους. Ο ποιητής της Ρωμιοσύνης ήταν εκεί για να παρασταθεί στα «ωραία παιδιά». Αποτέλεσμα αυτής της συμμετοχής ήταν το «Ημερολόγιο μιας εβδομάδας», από όπου διαβάζουμε:

 

ΑΘΗΝΑ 16 Νοεμβρίου 1973
«Ωραία παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια
ωραία παιδιά δικά μας με τη μεγάλη θλίψη των ανδρείων
αψήφιστοι, όρθιοι στα Προπύλαια στον πέτρινο αέρα, έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι
πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα κι η παλάμη του ανθρώπου»

 

17 Νοεμβρίου
«Βαριά σιωπή διάτρητη απ΄τους πυροβολισμούς, πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι,
ποιός θα πει περιμένω μέσα απ το μέσα μαύρο.
Μικροί σχοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια μ΄έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο,
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί και το μοναχικό σκυλί στ΄ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω απ΄τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους
πάνω απ΄τα τανκς  μέσα στους σκόρπιους  πυροβολισμούς..
Πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε; πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;»

 

ΚΑΛΑΜΟΣ  18 Νοεμβρίου
«Ηλιόλουστη μέρα. Κάλαμος.
Η θάλασσα, σπουργίτια στον ελαιώνα
Κάλεσμα. Πρόκληση. Κάλλος. Μακρινή προδομένη μακαριότητα
α εσύ δραπέτη λιποτάκτη κρυμμένε ανάμεσα στ΄ αγάλματα, πίσω απ΄τ΄ αγάλματα
μέσα στ΄αγάλματα, αγάλματα κούφια χωρίς χέρια, χωρίς πέος, χωρίς αμπελόφυλλα
αρνήσου, αρνήσου, όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσεις το δένδρο το πουλί το γαλάζιο
αμαρτία, αμαρτία, πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε εσείς, ο ίδιος ο έρωτας
κι ο έρωτας αμαρτία, Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, τα παιδιά μας
πόσες γενιές παιδιά μας σε αδιαίρετο χρόνο χωρίς χρόνο
στα στάχυα και στα σύρματα στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα
έρωτές μας, παιδιά μας,σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτές μας
Για τίποτε άλλο να μην έχουμε μάτια παρά μόνο για σας.  Τιποτ΄άλλο.
Ω! ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο
επάνω από δύο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω
βράχος, το μέγα κόκκινο, δεύτερη πόρτα, πέμπτη πόρτα κι η δωδέκατη κλεισμένη
χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο χτύπημα της πέτρας στην πέτρα
-μ΄ακούς;  άκουσέ με, εγώ σ΄ακούω,
δύο σιωπές κάνουν μια φωνή κι ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι».

 

Ο Δημήτρης Ραβάνης – Ρεντής (1925-1996), συγγραφέας και φλογερός ανθρωπιστής και αγωνιστής, έγραψε την ποιητική συλλογή 16 ποιημάτων με τίτλο «Ρεπορτάζ για έναν καυτό Νοέμβρη», η οποία μια εβδομάδα μετά τα γεγονότα  κυκλοφόρησε παράνομα σε 7-8 αντίτυπα. Μετά την μεταπολίτευση εκδόθηκε από τον «Κέδρο» και την «Σύγχρονη Εποχή». Διαβάζουμε τρία ποιήματα:

 

Στο Διομήδη Κομνηνό ( μεταξύ των φονευθέντων είναι ο Διομήδης Κομνηνός, ετών 17)

 

«Βεβαίως,

είχε βεβαρυμένο παρελθόν ο Διομήδης.

 

Πέντε χρονών, στους ώμους του πατέρα του

φώναζε για λευτεριά στην Κύπρο,

δέκα χρονών, ξυπόλυτος,

με μια φέτα ψωμί στην τσέπη,

βάδιζε στην πορεία της ειρήνης,

στα δώδεκα ζητούσε δημοκρατία.

 

Στα δεκαεπτά

μ’ ένα πλακάτ στο χέρι:

ψωμί – παιδεία – ελευθερία.»

 

 

ΕΝΑΣ ΖΕΣΤΟΣ ΝΟΕΒΡΗΣ

« …και ξαφνικά

πιάσαν οι ζέστες το Νοέβρη

καλοκαιριά

στην καρδιά του χειμώνα.

 

Ηταν οι ανάσες των παιδιών,

κοντά – κοντά,

σαν να ’ταν μια αναπνοή

κι οι ανάσες στα παράθυρα

κοντά – κοντά,

σα να ’τανε ένα μπαλκόνι η Αθήνα,

κι οι φωτιές που καίγανε στους δρόμους τα σκουπίδια,

κοντά – κοντά,

σα να ’ταν πυρκαγιά,

κι ήταν οι σφαίρες

κι ήταν το αίμα.

 

Και ξαφνικά

πιάσαν οι ζέστες το Νοέβρη

κατακαλόκαιρο

στη μέση του χειμώνα.»

 

ΟΡΟΣΗΜΑ 

 

«Σταματήσαμε την πορεία

να θάψουμε ένα νεκρό.

 

Βάλαμε κι ένα σταυρό.

 

Ύστερα κι άλλον.

Και πιο πέρα.

Και παρακάτω.

Κι άλλο σταυρό.

 

Έτσι, μας είπαν,

θα βρούνε το δρόμο

εκείνοι που έρχονται.»

 

Ο μεγάλος μας ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης (1925-2005) τον Νοέμβρη του 1983 έγραψε το ποίημα «Φοβάμαι» για τα δέκα χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αυγή»:

 

 

ΦΟΒΑΜΑΙ

 

«Φοβάμαι

τους ανθρώπους που εφτά χρόνια

έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι

και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–

βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας

«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που με καταλερωμένη τη φωλιά

πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που σου ‘κλειναν την πόρτα

μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια

και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο

να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που γέμιζαν τις ταβέρνες

και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια

κάθε βράδυ

και τώρα τα ξανασπάζουν

όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη

και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν

και τώρα σε λοιδορούν

γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.»

 

 

 

Η Λένα Παππά ποιήτρια γεννημένη το 1932:

 

 

Στους σκοτωμένους σπουδαστές του Νοεμβρίου

 

«Μάτια κλειδωμένα, χέρια παγωμένα

κείτεται

-δεκοχτώ χρονώ ήτανε δεν ήτανε-

για να έχω εγώ πουλιά-φτερά στα χέρια μου,

και συ στο σπιτάκι σου,

μια γλάστρα με βασιλικό στο πεζουλάκι

και τα παιδιά μας ξένοιαστα να χτίζουνε το μέλλον.

 

Η μάνα του τον περιμένει και δεν έρχεται,

η άνοιξή του παίζει κα δεν τηνε ξέρει πια.

Στις φλέβες του αίμα σταματημένο και πικρό,

γυαλί σπασμένο ο κόσμος, σωριασμένο πάνω του.

Για να έχω εγώ τον άσπρο μου ύπνο

Και συ γαρίφαλο χαμόγελο στο στόμα σου,

για να ’χουν τα παιδιά μας το δικό τους ήλιο…»

 

 

Ολοκληρώνουμε αυτό το μικρό ποιητικό αφιέρωμα με  ένα απόσπασμα από τον επίλογο του συγκλονιστικού «Χρονικού των τριών ημερών» της συγγραφέως Κωστούλας Μητροπούλου (1933-2004):

 

«…εδώ Αθήνα. Η πόλη φωτίζεται τις νύχτες κανονικά. Έτος 1974. Οι κάτοικοί της κινούνται κανονικά. Από το σπίτι τους , στη δουλειά τους. Και το αντίθετο. Εδώ Αθήνα. Στα 1974 τίποτα δε δείχνει να έχει αλλάξει. Τίποτα δε δείχνει να έχει χάσει το ρυθμό του. Η ζωή συνεχίζεται. Η στατιστική υπηρεσία μόνο, θα απασχοληθεί με ποσοστά και αριθμούς που φαινομενικά μοιάζουν φανταστικοί. Κατά τ’ άλλα όλα τ’ άλλα, οι άνθρωποι, η πόλη, τα 24ωρα, οι λέξεις, οι επιγραφές στους δρόμους, τα Σαββατοκύριακα και οι γεμάτες ταβέρνες, όλα ανεξαιρέτως φαίνονται και είναι εντελώς κανονικά. Εδώ Αθήνα. Η πόλη κοιμάται προσπαθώντας να ξεχάσει. Οι άνθρωποι ξεχνάνε προσπαθώντας να κοιμηθούν. Οι αριθμοί ξερά, απλά, σκληρά και καμιά φορά χωρίς καμιά επιείκεια, θυμούνται. Και τα θυμούνται όλα».

  

 Δέσποινα Παπαδοπούλου 17 Νοεμβρίου 2021

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Δείτε Επίσης
Close
Back to top button