Ο Κρατήρας από τη Σιδώνα

Γράφει η Αλεξάνδρα Καραβία – Λαμπαδαρίδου.
7 Σεπτεμβρίου 2025
Ο Κρατήρας από την Σιδώνα
Ο τρύγος έφθασε στο τέλος του και λένε ότι είναι φέτος πλούσια η παραγωγή του. Τώρα μπορεί και η εργατιά να πάει να ξαποστάσει. Τα αμπέλια έμειναν πιά χωρίς τραγουδιών φωνές και ξεφαντώματα. Ο τρύγος τέλειωσε το κυνήγι άρχισε. Μην πυροβολείτε τα τρυγόνια, ούτε τις πέρδικες, αν έχει διασωθεί καμία. Ξέρω μερικούς παλιούς κυνηγούς που γύριζαν κατακουρασμένοι και έφερναν κανένα πεπονάκι, καμιά τσαμπανάρα για να μην είναι τελείως άδειο το σακίδιο. Ακόμα όμως θυμούμαι στο πρώτο φύλλο της πολύκλαυστης εφημερίδας μας ¨ΛΗΜΝΟΣ’» να φιγουράρει η φωτογραφία κυνηγού με κρεμασμένες στο ζωνάρι μερικές πέρδικες. Και έλεγε πως τις αγαπούσε .
Τώρα όμως ήρθε η σειρά του κρασιού. Από το αμπέλι στο κρασί που θα μπεί σε βαρέλια , σε κάδους και σε όμορφες φιάλες, και θα πάρει το δρόμο του στις στράτες της ανατολής και της Δύσης για κατανάλωση. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι τ0 κρασί το έβαζαν σε κρατήρες. Και στις γιορτές τους για να το πιούν το ανακάτευαν με νερό. Όσοι έπιναν οίνον άκρατο, δηλαδή σκέτο , θεωρούνταν άνθρωποι χαμηλής υποστάθμης ή μέθυσοι. Οι κρατήρες είχαν πολλά σχήματα, χρώματα, διαστάσεις και τους δημιουργούσαν από διάφορα μέταλλα, γιαλιά, πηλό κλπ. Υπήρχαν κρατήρες καλυκόσχημοι, κωδονόσχημοι, ελικοειδείς ή κιονόσχημοι.Οι περισσότεροι ήταν όμορφοι αλλά οι πιο όμορφοι ήταν αυτοί που είχε φτιάξει ο ΗΦΑΙΣΤΟΣ. Εμείς όμως θα περιοριστούμε να μιλήσουμε για ένα δικό μας κρατήρα, καταδικόμας, που έχει μια περίεργη ιστορία.
Πρώτα μας μιλάει γι’ αυτόν ο Όμηρος στη Ραψωδία ψ της Ιλιάδας, στίχοι 740-747.
« Πηλείδης δ’ αιψ άλλα τίθει ταχύτητος άεθλα. Αργύρεον κρατήρα τετυγμενον΄έξ δ’ άρα μέτρα χάνδανεν.Αυτάρ κάλλει πάσαν επ’ αιαν πολλό . Επεί Σιδώνες πολυδαίδαλοι επ’ ηερρειδεα πόντον . στήσαν δε εν λιμένεσι Θ ό α ν τα ι δε δωρον έδωκαν. Υιός δε Πριάμοιο Λυκάονος ‘ωνον έδωκεν Πατρόκλω ήρωι Ιασονίδης Εύνηος.΄’
Τους στίχους αυτούς οι Καζαντζάκης –Κακριδής μεταφράζουν.
Βραβεία καινούργια για το τρέξιμο τότε ο Αχιλλέας πιθώνει καλόφτιαστο κροντήρι ολάργυρο που εχώραε λίτρες έξι, κι’ άλλο, στη γη γη ακαίρια αν έψαχνες, τη χάρη του δεν είχε, Μαστόροι ξακουστοί από τη Σιδώνα,το δούλεψαν με τέχνη , και Φοίνικες το φέραν σχίζοντας το ανταριασμένο κύμα,κι ως το λιμάνι αράξαν φθάνοντας στον Θ ό α το χαρίσαν.
Ο Όμηρος λοιπόν μας περιγράφει ένα σπουδαίο κρατήρα που οι Φοίνικες σχίζοντας το ανταριασμένο κύματα έφεραν στη Λήμνο και το χάρισαν στον βασιλιάς της τον Θόα, σύζυγος της Μύρινας και πατέρα της Υψπύλης, που ο Αχιλλέας το έβαλε βραβείο στους αγώνες δρόμου και το κέρδισε ο Οδυσσέας. Η διαδρομή του από τον Θόα στον Αχιλλέα είναι ιστορική.
Α:πό τις πιο συγκινητικές ιστορίες του Τρωϊκού πολέμου είναι ο θάνατος του Πατρόκλου και η απέραντη οργή και θλίψη του Αχιλλέα, που από τη μια σέρνει το σώμα του σκοτωμένου Εκτορα πίσω από του άρμα που οδηγούσε ο ίδιος και συγχρόνως διοργανώνει αγώνες δρόμου για να τιμήσει το νεκρό φίλο. Πώς όμως έφτασε ο κρατήρας από τον Θόα στα χέρια του Αχιλλέα; Το έδωσε ο Θόας στον Αχιλλέα; Όχι βέβαια αφού ο Θόας είχε χαθεί όταν έγιναν αυτοί οι αγώνες Προφανώς ο κρατήρας με το δικαίωμα της κληρονομικής διαδοχής περιήλθε στην Υψιπύλη και από την Υψιπύλη στον γιό της, τον Ιασονίδη Εύνηο, που ήταν βασιλιάς της Λήμνου κατά τον Τρωικό πόλεμο. Από τους στίχους 748-753 της Ιλιάδας μαθαίνουμε ότι η Εκάβη, οδυρομένη μπροστά στο νεκρό σώμα του Έκτορα , λέει ότι τους άλλους γιούς της , όταν τους αιχμαλώτιζαν οι Αχαιοί, τους πωλούσαν σκλάβους στην Ίμβρο και στην Λήμνο. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Λ Υ Κ Α Ο Ν Α Σ , που νέος και απερίσκεπτος είχε βγεί από τα τείχη της Τροίας και τον άρπαξε αιχμάλωτο ο Αχιλλέας, που περιπολούσε απ’ εξω και στην συνέχεια τον ελευθέρωσε ο Εύνηος δίδοντας στον Αχιλλέα, ως λύτρα αυτόν τον περίφημο κρατήρα που χάρισαν στον Θόα οι Φοίνικες από την Σιδώνα.
Το θέμα κρατήρες, για την ποιότητα, την ομορφιά τους, τη χρησιμότητά τους, είναι πολύ μεγάλο και πρέπει να τελειώσουμε με την ευχή των προγόνων μας όταν έπιναν κρασί.
.
Ευοί- ευάν είναι η κραυγή του Διονύσου, είναι η προτροπή του να χαιρόμαστε να ζούμε όμορφα πίνοντας οινον κ ε κ α ρ μ έ ν ο ν, όχι άκρατον. Είναι ο κεντρικός κανόνας στην τραγωδία του Ευριπίδη «ΒΑΚΧΕΣ» , για ένα τρόπο ζωής στη φύση, στην ύπαιθρο, στη χαρά.
Από το συνδυασμό των δύο λέξεων ευοί-ευάν προήλθε το σημερινό Ε Β Ι Β Α.
Αλεξάνδρα Καραβία – Λαμπαδαρίδου. Συνταξ. Συυμβολαιογραφος.
LimnosNea.gr : φωτογραφία Αρχειου



