Περιοδικό

Τα ερημωμένα χωριά της επαρχίας

Τα ερημωμένα χωριά της επαρχίας

Γράφει ο Θ. Δημητριάδης

Μεγάλη Τετάρτη σήμερα, μέρα πένθους – όπως και όλη η εβδομάδα στην ανάμνηση του θείου δράματος. Κι αν κάτι ελάχιστο κινείται στις μεγάλες πόλεις, στην ελληνική επαρχία αντίθετα ο φόβος της επιδημίας συναγωνίζεται και πολλαπλασιάζει το θρησκευτικό πένθος.

Ελάχιστες εικόνες και πληροφορίες μας δίνει η τηλεόραση για την επαρχία. Πολλά χωριά εκεί μοιάζουν με σκηνικό από ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Αν και βρισκόμαστε στην άνοιξη και όλα είναι ανθισμένα, αυτό που επικρατεί εκεί είναι νεκρική σιωπή.

Ελάχιστοι κυκλοφορούν στους δρόμους. Το μοναδικό καφενείο του χωριού έχει κατεβάσει ρολά. Η πλατεία που έσφυζε από ζωή τέτοιες ανοιξιάτικες ημέρες, μοιάζει με έρημο τοπίο.

Εδώ η απαγόρευση κυκλοφορίας και η καραντίνα είναι διαφορετική. Οι ηλικιωμένοι, που είναι η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων του χωριού, περιφέρονται στα στενά σαν φαντάσματα και στη συνέχεια κλείνονται στο σπίτι. Εκεί, μέσα στο σπίτι, η μόνη επαφή τους με τον “έξω κόσμο” είναι η τηλεόραση, η οποία ατέλειωτες ώρες τους ψυχοπλακώνει και παρακολουθούν με τρόμο τις εξελίξεις.

Στα χωριά ο φόβος της επιδημίας είναι πιο ισχυρός απ’ ό,τι στις πόλεις, για πολλούς λόγους. Πρώτα-πρώτα, γιατί τα γηρατειά έτσι κι αλλιώς επηρεάζουν αρνητικά την ψυχική διάθεση.

Δεύτερο, γιατί ως υπερήλικες οι περισσότεροι αποτελούν «ευπαθείς ομάδες».

Τρίτο, τα νέα που έρχονται από όλο τον κόσμο εδώ φιλτράρονται διαφορετικά, συχνά αρνητικά.

Αν προσθέσει κανείς και την μοναξιά, όλα αυτά δημιουργούν ένα ιδιαίτερα πνιγηρό σκηνικό.

Εδώ δεν υπάρχουν όπως στις πόλεις άνθρωποι που να βγαίνουν έξω για τζόκινκ ή για να βγάζουν βόλτα το σκυλί τους. Δεν συμπληρώνουν βεβαιώσεις μετακίνησης ούτε στέλνουν SMS, απλά γιατί ο αυτοπεριορισμός είναι αυτονόητος και όλοι έχουν προσαρμοστεί στην νέα πραγματικότητα.

Εδώ δεν κυκλοφορεί κανείς από το απόγευμα και μετά. Είναι όλοι κλεισμένοι στα σπίτια τους, φοβισμένοι.

Εδώ η απαγόρευση κυκλοφορίας δεν επιβάλλεται από τον νόμο, άλλωστε δεν κυκλοφορούν αστυνομικοί. Εδώ ο αυτοπεριορισμός είναι πραγματικότητα, όχι γιατί φοβούνται το πρόστιμο, αλλά «μη τους βρει το κακό».

Αισθάνονται σαν ελεύθεροι πολιορκημένοι. Πού και πού κάποιος παππούς μπορεί να φανεί να περπατά στην πλατεία, έξω από το μοναδικό καφενείο του χωριού που παραμένει κλειστό. Μοιάζει με σκιά που ξεγλιστρά στα σοκάκια και ο μόνος ήχος γύρω του είναι τα δικά του τα βήματα. Η εκκλησία του χωριού είναι κλειστή.

Εκείνο που τους πειράζει περισσότερο είναι ότι δεν θα δουν φέτος τα παιδιά και τα εγγόνια τους το Πάσχα. Δεν θα μαζευτεί η οικογένεια, ούτε οι γειτόνοι στην αυλή για τον παραδοσιακό οβελία, και δεν θα γεμίσει η πλατεία με γέλια, ευχές κι εορταστικά τσουγκρίσματα.

Η έξοδός τους από το σπίτι έτσι κι αλλιώς δεν διαρκεί πολύ. Πού να πάνε άλλωστε σε ένα χωριό που μοιάζει εγκαταλελειμμένο;

Σας να μη φτάνουν όλα αυτά, έχουν επιπλέον δύο ακόμα προβλήματα, που δεν έχουν οι κάτοικοι των πόλεων:

Πρώτο, η υγεία τους και η δυσκολία να πάνε αυτή την περίοδο σε ένα γιατρό. Και δεύτερο η διαχείριση του χρόνου τους. Χωρίς την αναζωογονητική κουβέντα του καφενείου με το απαραίτητο ταβλάκι, και με μόνη παρηγοριά την τηλεόραση, η μέρα περνάει πολύ δύσκολα. Κι όταν πέφτει το σκοτάδι, πέφτει κι ένα ψυχοπλάκωμα. Αν τύχει να ανταλλάξουν καμιά κουβέντα από το μπαλκόνι, σε ασφαλή απόσταση, ακούγεται ένας αναστεναγμός.

Όλη η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από την «αρρώστια». Και για τη Μεγάλη Εβδομάδα που χάθηκε.

Και την ανάσταση, που περιμένουν πώς και πώς. Αν όχι τον Απρίλιο, τουλάχιστον τον Μάιο. Να βάλει ο Θεός το χέρι Του, να ξαναδούν τα παιδιά και τα εγγόνια τους, έστω και το καλοκαίρι.

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Δείτε Επίσης
Close
Back to top button