Περιοδικό

Τα περήφανα γηρατειά – Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας σήμερα 1η Οκτωβρίου

Τα περήφανα γηρατειά

Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης

 Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας σήμερα 1η Οκτωβρίου. Ας δούμε μια περίπτωση ηλικιωμένων, που δεν είναι και πολύ σπάνια.

 

Έχω ένα φίλο, πατέρα τριών παιδιών. Σε όλη του τη ζωή δούλεψε πολύ σκληρά, με στερήσεις και θυσίες, για να ζήσει την οικογένειά του, να μεγαλώσει και να «αποκαταστήσει» τα παιδιά του, δηλαδή να εξασφαλίσει για αυτά μια άνετη ζωή, με τις καλύτερες συνθήκες και προοπτικές.

Δεν ήθελε να στερηθούν και να υποφέρουν – όπως είχε υποφέρει αυτός. Γι’ αυτό από μικρά τους προσέφερε όλα τα αγαθά. Φίσκα οι ντουλάπες τους με ρούχα και παιχνίδια. Όταν μεγάλωσαν λίγο, με τις ξένες γλώσσες, τα φροντιστήρια, το γυμναστήριο, τη μουσική, το γερό χαρτζιλίκι. Τέλος, όταν ενηλικιώθηκαν, τα σπούδασε και τα προίκισε, δίνοντας στο καθένα πολύ χρήσιμα και ακριβά πράγματα. Στον έναν πλήρωσε τον εξοπλισμό του ιατρείου, στον άλλον αγόρασε ένα αυτοκίνητο, στην κόρη τον εξοπλισμό του καινούργιου διαμερίσματος.

 

Όπως περνούσαν τα χρόνια, κάπου μέσα του είχε την κρυφή σκέψη, «την ακίνητη περιουσία μου θα την δώσω σε όποιον από τους τρεις με κοιτάξει στα γεράματα». Τα παιδιά, όμως, τράβηξαν το καθένα το δρόμο του. Παντρεύτηκαν, έκαναν δικές τους οικογένειες, και έφυγαν μακριά. Απέμεινε μόνον η επαφή με το τηλέφωνο. Τον επισκέπτονταν όποτε χρειάζονταν χρήματα ή κάτι άλλο. Για να πάρουν – όχι για να δώσουν.

 

Μια μέρα ήλθαν και τον επισκέφτηκαν και οι τρεις.

–               Εσύ, μπαμπά, τώρα δεν χρειάζεσαι και πολλά πράγματα για να ζήσεις. Η μικρή σύνταξη που παίρνεις σου φτάνει. Ούτε ενοίκιο πληρώνεις, ούτε δόσεις χρωστάς. Τα έξοδά σου είναι περιορισμένα, ούτε για εκδρομές είσαι πλέον, ούτε για γλέντια, ούτε για μεγάλη ζωή. Ένα γιαουρτάκι σου φτάνει – που λέει ο λόγος.

Εμείς, αντίθετα, έχουμε πολλά έξοδα. Πήραμε με στεγαστικό δάνειο μεγάλα σπίτια και χρωστάμε στην τράπεζα. Επίσης χρωστάμε τις δόσεις για το αυτοκίνητο και το εξοχικό. Τα παιδιά μας κάνουν ιδιαίτερα και φροντιστήρια. Μόνο για το Ιντερνέτ και τα κινητά τους ξοδεύουμε ένα σωρό λεφτά. Ο Τάκης είναι φαντάρος στη Λήμνο, κάθε βδομάδα παίρνει άδεια κι έρχεται σπίτι, μόνο τα αεροπορικά του εισιτήρια το μήνα στοιχίζουν 480 ευρώ – χώρια τα τσιγάρα και οι καφέδες.  Ο Νίκος έπιασε δουλειά, αλλά για να μη πηγαίνει με το αστικό θέλει να του πάρουμε αυτοκίνητο. Η Ελένη θέλει να πάει ένα ταξίδι στην Ισπανία με το φίλο της.

Λοιπόν, όπως καταλαβαίνεις, πρέπει να μας μοιράσεις την περιουσία σου – όπως κάνει όλος ο κόσμος. Έτσι κι αλλιώς κάποτε θα μας τη δώσεις, καλύτερα τώρα που τη χρειαζόμαστε. Κι αν χρειαστείς κάτι, μη στενοχωριέσαι, εμείς εδώ είμαστε, δεν θα σας αφήσουμε εσένα και τη μαμά…

 

Στην αρχή ο φίλος μου αρνήθηκε. Η σύνταξή του ήταν πολύ μικρή και τη συμπλήρωνε με 1-2 ενοίκα που έπαιρνε από τα ακίνητα. Τα παιδιά όμως έγινα πολύ πιεστικά, άρχισαν να απαιτούν.

–               Έχεις υποχρέωση να μας τα δώσεις. Εσύ μας γέννησες, παιδιά σου είμαστε, τα δικαιούμαστε. Κι όχι μόνον εμείς, αλλά και τα εγγόνια σου, που έχουν και το όνομα το δικό σου και της μαμάς. Τι θα τα κάνεις αν τα κρατήσεις; Στον τάφο θα τα πάρεις;

 

Από εδώ τον είχαν, από εκεί το έφεραν, στο τέλος τον κατάφεραν και τους τα έδωσε όλα. Κι έμεινε μόνο με τη συνταξούλα και τη γυναίκα του.

Από τότε αραίωσαν ακόμα περισσότερο οι επισκέψεις των παιδιών. Κι άρχισαν τα δικά του προβλήματα. Η γυναίκα του έκανε μια εγχείρηση και χρειάστηκε πολλά λεφτά – δανείστηκε από την τράπεζα και κάτι φίλους. Το σπίτι έπαθε μια ζημιά στην αποχέτευση, χάλασε το διαφορικό στο αυτοκίνητο, ο οδοντίατρος του ζήτησε 1.800 ευρώ για τα δόντια. Ήλθαν και έκτακτα έξοδα, όπως η νομιμοποίηση του ημιϋπαίθριου, ΕΝΦΙΑ, εισφορά αλληλεγγύης, έκτακτη αναδρομική εισφορά, κ.ά.

Άρχισαν και τα φάρμακα, για την πίεση, χοληστερίνη, το ζάχαρο, τον προστάτη, τα αρθριτικά. Η μισή του σύνταξη πήγαινε σε γιατρούς και φάρμακα. Μέχρι λεξοτανίλ άρχισε να παίρνει όταν τα βράδια είχε ανησυχίες και δεν μπορούσε να κοιμηθεί.

 

Και τα παιδιά;     Τα παιδιά τον θυμόντουσαν κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα. Πιο πολύ θυμόντουσαν τη γυναίκα του, τη γιαγιά.

 

–               Θα μας κάνεις εκείνα τα ωραία σπιτικά φαγητά που ξέρεις;

 

Κάθε φορά που έπαιρναν τηλέφωνο ότι θα έλθουν, η γιαγιά ήταν όλο ετοιμασίες. Τον έστελνε να ψωνίσει από όλα, το τραπέζι να είναι πλούσιο. Κι όταν έφευγαν, τους φόρτωνε με σπιτικά τρόφιμα, μαρμελάδες, κομπόστες, ελιές, τυρί, τραχανά, κ.ά.

Μια μέρα φώναξε τη γυναίκα του,

–           Άκουσα ότι στο γηροκομείο τους φροντίζουν πολύ.

        Μέχρι και νοσοκόμα έχουν.  Τι λες;   Πάμε να μείνουμε εκεί;

 

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Δείτε Επίσης
Close
Back to top button