Περιοδικό

Τριάντα ένα χρόνια χωρίς τον Γιάννη Ρίτσο (11/11/1990 –11/11/2021)

Γράφει η Δέσποινα Παπαδοπούλου – Καθηγήτρια – Φιλόλογος !

«άνεμε που με γύμνωσες,

μου ΄γινες το μοναδικό μου ρούχο»

Μονόχορδα 1979

Νοέμβρης 2021. 0 τελευταίος μήνας του φθινοπώρου, με τα φύλλα των δένδρων αδύναμα πια αλλά τόσο γλυκά στα χρώματα του μελιού και της κανέλας, να υποτάσσονται στον στρατηγό άνεμο, να πέφτουν στη γη στρώνοντας το δικό τους χαλί για να υποδεχθούν τον άρχοντα χειμώνα. Ένας χειμώνας που προμηνύεται βαρύς και δύσκολος με την ακρίβεια των αναγκαίων αγαθών να δυσκολεύει τα νοικοκυριά, κι ενώ πέρασαν κοντά δύο χρόνια από την αρχή της πανδημίας, τα κρούσματα να αυξάνονται δραματικά, τα νοσοκομεία και οι υγειονομικοί να έχουν φτάσει στα όριά τους, κι εμείς να μετράμε κάθε απόγευμα ακόμα περισσότερους νεκρούς στη χώρα μας, «εκατόμβες νεκρών σε ποιου θεού ή θεών θυσία;»

Όμως με την δύσκολη αυτή κατάσταση δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξασθενεί η μνήμη μας, να διαγράφεται το παρελθόν και ό,τι σημαντικό έχει συμβεί στο πέρασμα του χρόνου. Μπορεί η μνήμη να φέρνει μαζί  και τον πόνο δυσάρεστων γεγονότων, όμως ας έχουμε στο νου αυτό που έλεγε ο Νίκος Καζαντζάκης «βίγλα αψηλή στα φρένα μας η μνήμη». Έτσι λοιπόν ας αφήσουμε τη μνήμη- οδηγό να μας πάει τριάντα ένα χρόνια  πίσω, να θυμηθούμε ότι ήταν 11 του Νοέμβρη του 1990,  που «μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές» γιατί λύγιζε κι έγερνε στη γη ο μέγας «κέδρος» της ελληνικής ποίησης στον 20ο αιώνα, ο Γιάννης Ρίτσος. Γεννήθηκε στην Μονεμβασιά την πρωτομαγιά του 1909 για την οποία γράφει:

«Κυρά Μονοβασιά μου, πέτρινο καράβι μου.

Χιλιάδες οι φλόκοι σου και τα πανιά σου.

Κι όλο ασάλευτη μένεις

να με αρμενίζεις μες στην οικουμένη» (Τρίστιχα Γ’  Αθήνα 31/3/1982).

Ο Γιώργος Π. Σαββίδης στην εισήγησή του για την ανάδειξη του ποιητή σε διδάκτορα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης είπε:

«…με το έργο του εισήλθε σε όλα τα ορατά και νοητά, άντλησε από το βάθος του χρόνου και το πλάτος του κοινωνικού χώρου. Εκμεταλλεύτηκε δυναμικά τον πλούτο της νεοελληνικής γλώσσας…μας πλούτισε με πλήθος ταπεινών αντικειμένων «αυτών των μικρών συσσωρευτών της χρήσιμης ανθρώπινης ενέργειας, αυτών των καθημερινών μύθων», καθώς λέει ο ίδιος, δίνοντάς τους φωνή, μεταμορφώνοντας το ευτελές σε μοναδικό. Συμφιλίωσε τους αγώνες για τα καίρια προβλήματα της εποχής μας με την εσωτερική βίωση των πραγμάτων και την αναζήτηση του νοήματος της ύπαρξης…».

Η Χρύσα Προκοπάκη γράφει στην «Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου»:

«Αν κάποιος θα’ θελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό, στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία, στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά. Κι αυτό το «υπαινικτικά» λέει περισσότερα για τη βία του καθεστώτος, τις νοοτροπίες και τη συμβατική ηθική, τους ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς. Με προσωπεία και δάνειες φωνές αρθρώνει την αλήθεια του….Πάνω από εκατό ποιητικές  συλλογές και συνθέσεις, εννέα πεζογραφήματα (μυθιστορήματα τα ονομάζει), τέσσερα θεατρικά, όπως και μελέτες για ομοτέχνους συγκροτούν το κύριο σώμα του έργου του. Πολυάριθμες μεταφράσεις,  χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν την εικόνα του χαλκέντερου δημιουργού…»

Από το πλούσιο,  λοιπόν,  έργο του ποιητή ας θυμηθούμε κάποια αποσπάσματα  που έχουν σχέση με τη Λήμνο, μιας και ο ποιητής είχε εξοριστεί στο νησί μας, στο Κοντοπούλι το 1948-49. Είναι διάχυτη μια  αίσθηση πέτρινης μονότονης βαριάς καθημερινότητας σ’ εκείνες τις δραματικές  συνθήκες πολιτικής εξορίας για τους διακόσιους περίπου εξόριστους στο Κοντοπούλι και άλλους χίλιους στο Μούδρο.

«18 Νοεμβρίου

Κοντοπούλι- Μούδρος. Λίγη ώρα. Ένα μεγάλο ταξίδι.

Το φορτηγό μες στη βροχή. Βλογιοκομμένα τοπία

πίσω απ’ το βρεγμένο τζάμι—οι μυγδαλιές, ένα σπίτι,

δεύτερο σπίτι, ο καπνοδόχος, μουσκεμένα πρόβατα,

δυό παιδιά χέρι-χέρι με τις σχολικές τους τσάντες—–

είχα καιρό να δω παιδιά και δρόμους. Φτάσαμε.

Όσα χέρια μου σφίξαν τα χέρια είναι όρκοι,

Δεν τους σβήνει η βροχή…..» (Ημερολόγια εξορίας Ι).

 

«24 Νοεμβρίου 1948

Πέτρινη μέρα, πέτρινα λόγια.

Κάμπιες ανηφορίζουνε στον τοίχο.

Ένα σαλιγκάρι, κουβαλάει το σπίτι του

βγαίνει στην πόρτα του

μπορεί να σταθεί, μπορεί να φύγει.

Όλα είναι όπως είναι.

Δεν είναι τίποτα.

Το τίποτα δεν είναι μαλακό.

Είναι πέτρινο.» (Ημερολόγια εξορίας ΙΙ)

 

«25 Δεκεμβρίου

Το παράθυρο φέρνει τον ουρανό

σε μικρά τετράγωνα.

Όλα βασανισμένα

Σαν τις γριές που μαζεύουν ραδίκια.

Κι οι πέτρες.

Τέτοιον καιρό γεννήθηκε ο Χριστός;»  (Ημερολόγια εξορίας ΙΙ ).

 

«….Η καρδιά μου σήμερα δε μοιάζει με κανένα σύγνεφο χρυσό που

λαμπαδιάζει στο λιόγερμα

μήτε με κανέναν άγγελο που στρώνει το τραπέζι μες στα δέντρα

του Παραδείσου

τινάζοντας με τ’ άσπρα του φτερά τα ψίχουλα των άστρων απ’

τις γενειάδες των παλιών Αγίων.

Τίποτα τέτοιο. Η καρδιά μου είναι τώρα ένα φαρδύ χωματένιο

τσουκάλι

που μπήκε πολλές φορές στη φωτιά

που μαγείρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς

για τους ξωμάχους, για τους περατάρηδες

για τους εργάτες και για τις πικρές μανάδες τους

για τον πεινασμένον ήλιο, για τον κόσμο—ναι, για όλο τον

κόσμο….»

και λίγο παρακάτω:

«…Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει.

Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα

γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα

γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα…» (Καπνισμένο Τσουκάλι, Κοντοπούλι Λήμνου, Φεβρουάριος 1949).

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το ποίημα «Ο Ντίκ». Αναφέρεται στο σκύλο που αγαπούσε πολύ τους εξόριστους του Μούδρου:

«Ο Ντικ»

….Να μην ξεχάσουμε σύντροφοι, το Ντίκ

το φίλο μας το Ντίκ

που γαύγιζε τις νύχτες στην αυλόπορτα άντικρυ στη θάλασσα

 κι αποκοιμιόταν τα χαράματα

στα γυμνά πόδια της Λευτεριάς

με τη χρυσόμυγα του αυγερινού

πάνω στο στυλωμένο αφτί του.

Τώρα ο Ντίκ κοιμάται στη Λήμνο

δείχνοντας πάντα το ζερβί του δόντι.

….ήταν καλός ο Ντίκ

να μην ξεχάσουμε, σύντροφοι, τον Ντίκ,

το φίλο μας τον Ντίκ που σκοτώθηκε στις γραμμές μας

το φίλο μας τον Ντίκ που τον σκότωσαν

γιατί αγάπαγε πολύ τους συντρόφους μας.»  (Μακρονησιώτικα-γράφτηκαν στο κολαστήριο της Μακρονήσου Αύγουστο και Σεπτέμβριο 1949).

 

Ας ρίξουμε και μια γρήγορη ματιά στο υπόλοιπο ποιητικό σύμπαν του ποιητή. Από την  «Ανυπόταχτη Πολιτεία»:

«…Είναι βαριά τα σύγνεφα μέσα στη νύχτα

όπως τα μουσκεμένα καραβόσκοινα

Κουλουριασμένα σε μιαν έρημη αποβάθρα. Πού πήγαν τα πλοία;

Πού πήγαν οι άνθρωποι λοιπόν; Πού πήγαν;…»  ( Ανυπόταχτη Πολιτεία, Αθήνα Αύγουστος 1952-Φεβρουάριος 1953)

Στα «Χάρτινα Β» που γράφτηκαν στην Αθήνα από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1973 διαβάζουμε:

«Πικρή κοντινή μοναξιά

του άλλου σώματος

απλησίαστη.

Ά—είπε—-η δική μου μοναξιά

η ολόκληρη

προσηλωμένη στα παπούτσια μου

ή στα νύχια μου

απερίσπαστη

μέσα σ’ εκείνη τη στενή ευρυχωρία

όταν πέφτει το παλτό απ’ την κρεμάστρα

μέσα στα ίδια του τα πάνινα χέρια

αθόρυβο ατραυμάτιστο

ειρωνικό».

Ας περιδιαβούμε λίγο ακόμα στον ανεξάντλητο ποιητικό κόσμο του Ρίτσου. Διαβάζουμε μια ωραία εικόνα που έρχεται σε αντίθεση με το σκληρό και  πέτρινο τοπίο από τον «Πέτρινο Χρόνο», Μακρόνησος Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1949:

«…Κι η Παναγιά του πόντου φλωροκαπνισμένη απ’ το σούρουπο

να σεργιανάει ξυπόλητη στην αμμουδιά

συγυρίζοντας τα σπίτια των μικρών ψαριών

καρφώνοντας μ’ ένα θαλασσινό σταυρό τη φεγγαρίσια της πλεξούδα…»

 

Η  «Κυρά των Αμπελιών»  είναι ένα εγκώμιο από 24 άσματα που συνθέτουν μια ιδανική προσωπογραφία της διαχρονικής Ελλάδας. Ο Πρεβελάκης γράφει πως «στην Κυρά των Αμπελιών ο Ρίτσος κράζει την πατρίδα με όχι λιγότερα ονόματα από όσα σκαρφίστηκε ο πιστός για να υμνήσει την Παναγιά». Διαβάζουμε κάποια αποσπάσματα:

1.

«Κυρά των Αμπελιών, που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευκόδασου

…………

Κυρά μελαχρινή, που η αντηλιά σού χρύσωσε τα χέρια σαν της Παναγιάς το κόνισμα

…………………………………………………………..

3.

………….Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο

κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί την άγια σπάθα

είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.

………………………………………………………………………………..

11.

Κυρά, Κυρά θαλασσινή και στεριανή με τα λουλουδιασμένα μάγουλα

σφίγγοντας μες στον μπούστο σου την κάψα του Αλωνάρη

πότε κρατώντας στην ποδιά σου ένα καράβι μικροκάραβο

πότε σαν Παναγιά Αιγιοπελαγίτισσα ντυμένη μ’ ένα δίχτυ

να κουβαλάς το σούρπωμα στην κεφαλή σου το πανέρι με τα ψάρια

πότε ντυμένη μ’  αμπελόφυλλα, κυνηγημένη απ’ του ήλιου τις χρυσόμυγες πάνω στ’ αλώνια

ανάβοντας το φίλημα στα λουλουδάκια της μηλιάς

μπατσίζοντας τις λυγαριές με τον αγέρα της τρεχάλας σου……»  

 

Στα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής Πατρίδας» , που γράφτηκαν στο στρατόπεδο  συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων στο Παρθένι της Λέρου στις 16 Σεπτεμβρίου1968, μπορούμε να αναγνωρίσουμε εικόνες γνώριμες και της Λήμνου:

8.

«Πράσινη μέρα λιόβολη, καλή πλαγιά σπαρμένη

Κουδούνια και βελάσματα, μυρτιές και παπαρούνες,

η κόρη πλέκει τα προικιά κι ο νιος πλέκει καλάθια

και τα τραγιά γιαλό γιαλό βοσκάνε τ’ άσπρο αλάτι.»

12.

«Λιγνά κορίτσια στο γιαλό μαζεύουνε τ’ αλάτι

σκυφτά πολύ, πικρά πολύ—το πέλαο δεν το βλέπουν.

Κι ένα πανί, λευκό πανί, τους γνέφει στο γαλάζιο

κι απ’ το που δεν το αγνάντεψαν μαυρίζει απ’ τον καημό του.»

Κι αν σ’ ένα υποθετικό ερώτημα «πού μπορούμε να βρούμε τον Ρίτσο;», ο ίδιος ο ποιητής, λάτρης της ευθύτητας, της σαφήνειας και της απλότητας, του ελάχιστου και του ανεξάντλητου μας απαντά:

Το νόημα της απλότητας

«Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε

αν δεν με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,

θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,

θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας….»  (Παρενθέσεις γράφτηκαν το 1946-47)

Φθάνοντας στο τέλος του μικρού αφιερώματος ας μην ξεχάσουμε την σπουδαία παρακαταθήκη που μας άφησε ο ποιητής στο «Επιλογικό» από τη συλλογή «Τα αρνητικά της σιωπής» που γράφτηκαν στο Καρλόβασι Σάμου από τις 29 Ιουνίου ως τις 30 Ιουλίου 1987:

«Να με θυμάστε—είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα

χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,

για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα.

Την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.

Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμφτωχος. Μ’ ένα κρινάκι του αγρού

τις πιο  άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε….»

Αυτός λοιπόν είναι ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος  που, σαν σήμερα, πριν τριάντα ένα χρόνια έφυγε για το ταξίδι το δίχως  γυρισμό  και  θάφτηκε στη Μονεμβασιά  που τόσο αγάπησε.  Είναι αυτός  ο ποιητής, ο «απαρηγόρητος  παρηγορητής του  κόσμου»  που  γι’ αυτόν

ο  Κωστής Παλαμάς  έγραψε:

«παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσεις»

που στο έργο του Ρίτσου ο Λουί Αραγκόν  αισθάνθηκε «το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυΐας» ,

που ο Πάμπλο Νερούδα όταν πήρε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1972 δήλωσε:

«Ξέρω κάποιον άλλο με περισσότερα προσόντα γι’ αυτή την τιμή: τον Γιάννη Ρίτσο».

Μύρινα 11/11/2021

Δέσποινα Παπαδοπούλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δείτε περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Δείτε Επίσης
Close
Back to top button