9/9/1939: Η μεγάλη συμφορά της Λήμνου. Περιγράφει ο Ράλλης Κοψίδης

9/9/1939: Η μεγάλη συμφορά της Λήμνου
Από το βιβλίο του Ράλλη Κοψίδη «Κάστρο Ηλιόκαστρο»
γράφει η Δέσποινα Παπαδοπούλου
Ο Λήμνιος εικαστικός και συγγραφέας Ράλλης Κοψίδης έχει καταγράψει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο πώς θυμάται την μεγάλη συμφορά που βρήκε το νησί μας εκείνη την αποφράδα ημέρα με τα τρία (ή τέσσερα) εννιάρια, 9/9/1939, όταν κάηκε ο κινηματογράφος που για πρώτη φορά θα παρουσίαζε την ταινία «Ave Maria» τότε στο νησί! Ο Ράλλης Κοψίδης ήταν τότε δέκα χρονών αφού γεννήθηκε το 1929 και μας άφησε το 2010. Από το βιβλίο του «Κάστρο Ηλιόκαστρο» 1980 διαβάζουμε:
«Ήρθε κι ένας «ομιλών» (καθώς λέγαν), κινηματογράφος. Ήταν αυτό ανήκουστο θέαμα για τον τόπο μας. Πρώτη φορά ερχόταν τέτοιο πράγμα. Στο κέντρο της αγοράς είχε ένα παλιό τζαμί, κι εκεί θα γινόταν η παράσταση. Την πρώτη βραδιά θα έπαιζε το «Άβε Μαρία». Τι νάταν αυτό άραγε; Θέλαμε όλοι να πάμε να το δούμε.
Αλλά ο παππούς μου πάτησε πόδι να μην πάω, όπως ζητούσα με φωνές και με κλάματα. Ας παίξει μια μέρα και την άλλη πας! Είπε. Αυστηρός ανατολίτης ήταν, γίνηκε το δοκό του, κι αυτό στάθηκε η σωτηρία μου. Γιατί εκείνη την πρώτη, την αξέχαστη βραδιά, έπιασε ο κινηματογράφος φωτιά. Από νωρίς είχαν καρφώσει με λαμαρίνες τα παράθυρα του τζαμιού για να μην βλέπουν οι τζαμπατζήδες. Οκόσμος δεν μπόρεσε να βγει ούτε απ’ την πόρτα που άνοιγε προς τα μέσα και το πλήθος έπεσε απάνω της και την έκλεισε. Έτσι κάηκαν οι πιο πολλοί που ήταν μέσα, κι άλλοι βγήκαν μισοκαμένοι και πέθαναν σε λίγες μέρες στο νοσοκομείο.
Απ’ το σπίτι μας βλέπαμε ένα ουρανό όλο σπίθες και πετιόνταν τα αναμμένα ξύλα και φόβος μέγας έπιασε τον κόσμο γιατί όλα σχεδόν τα σπίτια ήταν ξυλένια και δεν ήταν δύσκολο ν΄ αρπάξουν κι αυτά και να καούν.
Εκείνη τη νύχτα κανείς δεν κοιμήθηκε. Το πρωί που μαθεύτηκε η μεγάλη συμφορά, θρήνος γίνηκε σ’ όλον τον κόσμο, κι ο αέρας μύριζε κάψιμο και τα κάρα κουβαλούσαν καρβουνιασμένους ανθρώπους, που με ανατριχίλα τους έβλεπα. Πήγε κι η μάνα μου να δει μια γνωστή της κοπέλα και εκείνη της έλεγε με παράπονο: -Τι λες κυρά Δέσποινα, θα ζήσω; Θα γλυτώσω; Δεν γλύτωσε όμως.
Κάηκε κι ο έπαρχος με την γυναίκα του. Γιατροί με τα παιδιά τους, δάσκαλοι, έμποροι, πολύς λαός, άδειασε το Κάστρο.
‘Ένας καθηγητής με τα δυο του κορίτσια είχε πάει κι εκείνος. Μες τον πανικό της φωτιάς βρήκε ένα φεγγίτη πέρασε από κει τα κορίτσια του και βγήκε κι αυτός και γλυτώσαν.
Κάθε βράδυ από τότε για πολύ καιρό, ξυπνούσε τη νύχτα και πήγαινε να δει αν είν’ αλήθεια πως γλυτώσαν τα παιδιά του, ή τάχα ήταν όνειρο μόνον… Ήταν αυτός ένας καλός κι αξιαγάπητος άνθρωπος.
Για καιρό μου τάραξε τον ύπνο η φριχτή εκείνη εικόνα των καμένων. Επί βδομάδες πολλά σπίτια βγάζαν μυρουδιά απ’ τη φορμόλη και τα μυρουδικά που ρίχναν στα φέρετρα. Παντού ‘ήταν στεφάνια και νεκρώσιμα αγγελτήρια. Οι παπάδες κι οι νεκροθάφτες δεν προφταίναν τις κηδείες. Κλάματα ακουγόταν από μισάνοιχτες πόρτες.
Κάηκε κι η κόρη η όμορφη και μονάκριβη ενός βαθύπλουτου απ’ την Αίγυπτο. Λίγες μέρες πριν είχαν δώσει λόγο να την αρραβωνιάσουν μ’ έναν ναύαρχο. Του δίναν, όπως λέγαν, είκοσι χιλιάδες λίρες προίκα!
Όταν έμαθε η μάνα της πως κάηκε, τρελλάθηκε. Παράγγειλε κουφέτα και μπομπονιέρες για γάμο. Και στον κόσμο που πήγε στην κηδεία έλεγε με χαρά: παντρεύω σήμερα το παιδί μου! Ύστερα απ’ την κηδεία πήγε στο σπίτι της, φόρεσε το πιο φανταχτερό φουστάνι της και βγήκε και κάθησε αμέριμνη στη βεράντα της σε μια σαιζ-λόγκ.
Κάηκε κι ένα παιδί απ’ τη γειτονιά μας, που μια δυο μέρες πριν μου χάρισε ένα αυγό από γλάρο».
Δέσποινα Παπαδοπούλου 9 του Σεπτέμβρη 2023



