Η Ομιλία του Κ. Μακρη για τα επακόλουθα της Συμφοράς της 9/9/1939 και ένα ποίημα ενθάρρυνσης για να ξεπεραστούν τα βαριά γεγονοτα

Έρευνα, δημοσίευση: Χαρουλας Ζαμπετακη Πλιάτσκα
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΛΗΜΝΟΣ
ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΤΗΣ ΠΑΡΕΛΘΟΥΣΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ
ΤΗΣ ΠΥΡΚΑΙΑΣ ΤΗΣ 9ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ
Ολόκληρος ο δραματικός επιμνημόσυνος λόγος του Καθηγητού κ. Κώστα Μακρή
Την παρελθούσαν Κυριακήν (15 Οκτωβρίου 1939), μετά την λειτουργίαν, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, ετελέσθη υπό της Κοινότητος Κάστρου, εν τω Ναώ της Αγίας Τριάδος τεσσαρακονθήμερον Μνημόσυνον υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των τραγικών θυμάτων της πυρκαιάς της 9ης Σεπτεμβρίου. Θα είναι λίγο ότι και αν γραφτή περί της ψυχικής συντριβής όλων των παρευρεθέντων, περί του πένθους γενικώς που εκυριάρχησε καθ΄ όλην την επιμνημόσυνον δέησιν. Πολύ ενωρίς ο ναός είχε υπερπληρωθή ασφυκτικώς από τους βαρυπενθούντας συγγενείς των θυμάτων και ολόκληρον την Κοινωνίαν της πόλεως, ήτις έσπευσε να απευθύνει τας ευχάς της προς τον Υψιστον, υπέρ αναπαύσεως των ψυχών τόσων εκλεκτών μελών της. Ο πένθιμος διάκοσμος του ναού με τας ανηρτημένας εκ των πολυελαίων μελανάς ταινίας επηύξανε και υπέβαλε το πένθος. Αρχίζει ψαλλομένη η νεκρώσιμος ακολουθία εκ του νέου ιεροψάλτου του Μητροπολιτικού Ναού κι΄ αρχίζουν μαζί τα δάκρυα και οι στεναγμοί. Δεν βλέπει κανείς παρά πρόσωπα συντετριμμένα εκ της θλίψεως, σώματα κυρτωμένα, φαντάσματα ανθρώπων θρηνούντων και οδυρωμένων. Μετά το πέρας της νεκροσίμου ακολουθίας, ανελθών εις το βήμα του ναού ο Καθηγητής κ. Κ. Μακρής εξεφώνησεν εν καταφανεί ψυχικώ κλονισμώ σπαρακτικώτατον επιμνημόσυνον λόγον, διακοπτόμενος συνεχώς από τους θρήνους και τας κραυγάς των δυστυχών συγγενών των θυμάτων.
Χάριν της ιστορίας και της μνήμης των προσφιλών θυμάτων δημοσιεύομεν ολόκληρον το κείμενον του δραματικού λόγου του κ. Μακρή.
«Συλλέξατε τα ωραιότερα και ευωδέστερα άνθη από το ανθοκήπιον της ψυχής σας, αφήσατε να αναβρύσουν τα δυνατώτερα αρώματα και μύρα από τον συναισθηματικόν σας κόσμον, διά να ράνωμεν με αυτά και με τα ειλικρινέστερα δάκρυά μας, τους προσφιλείς νεκρούς της φρικιαστικής τραγωδίας της 9ης Σεπτεμβρίου. Κατήλθον αι ψυχαί όλων από τους ουρανίους κόσμους, ένθα ανεπαύοντο εν σκηναίς δικαίων και μας παρακολουθούν συγκεντρωμένους εις το άφατον πένθος μας, εις την υπέρ αυτών δέησίν μας. Κλαύσατε, θρηνήσατε, αφήσατε την καρδίαν σας ελευθέραν, εις ατέρμονα σπαραγμόν κάτω από τους θόλους του ιερού τούτου Ναού, εντός του οποίου δεν ηξιώθησαν καν της νομίμου νεκρωσίμου ιεροτελεστίας τα μακάβρια εκείνα λείψανα, εκ των φρικτώς και ανοικτιρμόνως απανθρακωθέντων και ακρωτηριασθέντων προσφιλών σωμάτων. Ναι, είναι βαρύτατον το πένθος μας, είναι ο πόνος μας οδυνηρότατος, απεριόριστος η συμφορά μας, το βάρος της θλίψεως δυσβάσταχτον, το μέγεθος της δυστυχίας μας απερίγραπτον. Αναλεής, σκληρά και αδυσώπητος Εριννύς εφθόνησε την ευτυχίαν της μικράς μας κοινωνίας και διεδραματίσθη εκεί εις τον τόπον του μαρτυρίου το φοβερώτερον των δραμάτων από όσα είναι αδύνατον να συλλάβη η ανθρωπίνη φαντασία. Και ηκούσθησαν εκεί αι τελευταίαι εκκλήσεις των αγωνιώντων μέσα εις τας πυρίνας γλώσσας του αδηφάγου επιδρομέως και ηκούσθη εκεί της μητρός ο σπαραγμός, χωριζομένης από το τέκνον της, την προσφιλεστάτην ύπαρξιν διά την οποίαν εμόχθησεν εις όλην της την ζωήν και εκεί αντήχησε σπαρακτική του τέκνου η κραυγή προς την αγαπητήν μητέρα και ενηγκαλίζοντο εις φρικτούς εναγκαλισμούς αιωνίου αποχωρισμού οι σύζυγοι τας συζύγους και τα τέκνα τους γονείς και εστέναζον και συγκέντρωνον όλας των τας δυνάμεις εις τελευταίαν αγωνιώδη προσπάθειαν μέσα εις την κάμινον του πυρός, οι δυστυχείς εκείνοι εγκάθειρκτοι του φλεγομένου ηφαιστείου. Εισπνέοντες το πύρινον δηλητήριον εθεάθησαν πίπτοντες εκεί ο εις μετά τον άλλον και ο εις επί του άλλου. «ως κλάδοι υπό την κοπτεράν αξίνην στιβαρού ξυλοκόπου». Εκεί ηγωνίσθησαν εις τελευταίαν ηρωϊκήν προσπάθειαν τον αγώνα υπέρ της ζωής, εκεί διεξήγαγον την πάλην την τιτανικήν προς τον θάνατον και κάτω εκεί από την κατηραμένην εκείνην θύραν έπεσαν όλοι από του πρώτου μέχρι του τελευταίου, περιβληθέντες τον ακάνθινον στέφανον του μαρτυρίου. Και επανελήφθη εκεί η σκηνή της φλεγομένης ευαγγελικής καμίνου, όχι πλέον με τους τρεις παίδας εν αυτή, αλλά με το θλιβερόν ολοκαύτωμα των εξήκοντα οσίων μαρτύρων της Λημνιακής κοινωνίας.
Ο πρωϊνός ήλιος της 10ης Σεπτεμβρίου έρριπτε τας ακτίνας του επάνω εις τα καπνίζοντα ακόμη απαίσια εκείνα ερείπια, από τα οποία ήρχισε να ανασύρη η σκαπάνη τα φρικτά λείψανα. Μέσα εις το πένθιμον περίβολον της αιωνίου αναπαύσεως, όπου μετεκομίσθησαν οι προσφιλείς μας νεκροί επηκολούθησε με θρήνους και κοπετούς η συγκινητικωτάτη σκηνή της αναγνωρίσεως. Και τότε όταν ητένισαν τους αγνώστους εκείνους μελανούς όγκους των σαρκών, διδασκόμενοι περί της ματαιότητος των εγκοσμίων, διηρωτήθησαν κατάπληκτοι οι επιζήσαντες δυστυχείς των θυμάτων συγγενείς. Αρα τις εστι βασιλεύς ή στρατιώτης ή πλούσιος ή πένης ή δίκαιος ή αμαρτωλός; Και ερρίπτοντο εις τους τάφους σωρηδόν αγνώριστοι, κυρίαι μέχρι χθες ευϋπόληπτοι, ζωηραί και εύθυμοι, δίδουσαι την χαράν και την ευτυχίαν εις την οικογενειακήν των ζωήν, ανδρόγυνα τα οποία μόλις είχον δομήσει εις την κατάκτησιν της ζωής με σθένος και ψυχικήν ορμήν αηττήτου μαχητού, δέσποιναι παρήλικες των οποίων τα τελευταία έτη της ζωής επότιζεν η αγαλλίασις της προόδου των τέκνων των, παρθένοι διαπρέπουσαι εις κάλλος, σεμνότητα και μόρφωσιν, πραγματικά άνθη της ζωής, επιστήμονες θαλεροί και ευέλπιδες, προ ολίγου μόλις αποδυθέντες εις την εξάσκησιν του ευγενούς των επαγγέλματος, ενώ ακόμη παρεσκεύαζον την σταδιοδρομίαν των, διευθυνταί Τραπεζικών καταστημάτων, σοβαρώτατοι και αξιοπρεπέστατοι, απήρχοντο του κάσμου τούτου μετά των συζύγων των, ρίπτοντες εις φρικτόν απωρφανισμένον βίον βρέφη, εισέτι τα τέκνα των, νεαροί αλλά διαπρεπείς και έξοχοι διανοούμενοι καταλαβόντες εξέχουσαν θέσιν εις την νεοελληνικήν διανόησιν, ποιηταί δόκιμοι κατορθώσαντες εις νεαράν ηλικίαν να χαλιναγωγήσουν τον Πήγασον, γλυκά παιδικά ματάκια εσβέσθησαν πριν ακόμη ανοίξουν εις το φως της ζωής, νεαροί βλαστοί, νέοι και έφηβοι, προσφιλείς μας μαθηταί, διαπρέποντες εις ήθος και επιμέλειαν, σταδιοδρομούντες ευέλπιδες με σφρίγος και ενθουσιασμόν μέσα εις τον ωραίον της παιδείας ναόν, η χαρά και η λατρεία, ο πόθος και η λαχτάρα, το καύχημα και το στήριγμα των δυστυχών γονέων των, εξηφανίσθησαν όλοι και όλαι και όλα κάτω από τα καπνίζοντα φρικαλέα εκείνα συντρίμματα. Και συνεχίζεται η σκηνή του δράματος εις τας οικίας των τραυματιών πυροπαθών και διασχίζουν τας οδούς τα φέρετα των αποθνησκόντων εις στίχους διπλούς και ακολυθεί η θλιβερά πομπή της μεταφοράς των τραυματιών επί των ξυλίνων φερέτρων, λευκή λιτανεία δυστυχών υπάρξεων και αποκορυφούται το δράμα εις τας όψεις των επιζησάντων συγγενών, οι οποίοι αλλόφρονες παραπαίοντες, σιωπηλοί, ατημέλητοι, κάτωχροι, συντετριμμένοι περιέρχονται τας οδούς πραγματικά ανθρώπινα ράκη. Και επί της δυστυχούς μικράς μας κωμοπόλεως, η οποία εγνώρισε και ησθάνθη όλον τον παλμόν της σφριγώσης μέχρι τότε ωραίας κοινωνικής ζωής, ηπλώθη μαύρος, κατάμαυρος του πένθους ο πέπλος, μαύρος όπως το σκότος της φρικαλέας εκείνης νυκτός.
Αλλά αν αποδίδωμεν σήμερον με τους θρήνους και τους οδυρμούς μας τον καθιερωμένον κατά την τέλεσιν του ιερού μνημοσύνου φόρον του υστάτου πόνου μας εις την μνήμην των, αν καταθέσωμεν επί των νεοσκαφών μνημάτων των, τους στεφάνους με τα μοσχμυρισμένα άνθη της καρδίας μας, αισθανόμεθα συγχρόνως και την υποχρέωσιν να συνέλθωμεν. Αισθανόμεθα, ζώντες ημείς, έστω και ζώντες νεκροί, την υποχρέωσιν προς την ζωήν, προς την οποίαν εχάσαμεν την εμπιστοσύνην μας. Ας αναζητήσωμεν την αιτίαν του φοβερού δράματος εκ των άνωθεν, ας την αποδώσωμεν εις τας ανεξερευνήτους βουλάς του Υψίστου και θα δοκιμάσωμεν τότε την γαλήνην και την ηρεμίαν, θα εύρωμεν την ισότητα ψυχής, η οποία πηγάζει από την φιλοσοφικήν εγκαρτέρησιν εις τας σκληράς δοκιμασίας της ζωής. Ας προσπαθήσωμεν να συμφιλιωθώμεν και πάλιν προς την ζωήν. Και εκεί, εκεί εις το μοιραίον τόπον του φρικτού μαρτυρίου, τον καθηγιασμένον με την τρομεράν αγωνίαν των ολίγων εκείνων στιγμών, εις τον τόπον περί τον οποίον διεδραματίσθησαν αι σπαρακτικαί σκηναί των ολοφυρομένων των θυμάτων συγγενών, και εχύθησαν ποταμοί δακρύων, εκεί όπου απηύθυναν τον ύστατον χαιρετισμόν προς την ζωήν οι προσφιλείς μας συγγενείς, εκεί από όπου αναδίδεται ακόμη του μαρτυτίου η φρίκη, εκεί όπου συνεθλίβησαν εις άμορφον μάζα σαρκών και οστών τα παθαγιασθέντα λείψανά των, ας ανεγερθή το τέμενος του πόνου, ας υψωθή ο ναός της προσευχής, όπου θα προσέλθωμεν μίαν ημέραν σιωπηλοί και άφωνοι διά να καταθέσωμεν τον ιδικόν μας παντοτεινόν πόνον, διά να ορκισθώμεν και να διαβεβαιώσωμεν τους προσφιλείς μας ότι η μνήμη των θα μας είναι αιωνία».
Μετά το πέρας του λόγου, κατά την διάρκειαν του οποίου πολλοί ελιποθύμησαν, ολόκληρον το εκκλησίασμα κατηυθύνθη εις το Νεκροταφείον, όπου επενελήφθησαν νέαι δραματικαί σκηναί επί των νεοσκαφών τάφων. Ο Σεβασμιώτατος ανέγνωσε δέησιν επί όλων των τάφων και μόλις περί την μεσημβρίαν έληξεν η πένθιμος τηλετή.
ΜΑΡΤΥΡΙΚΩΝ ΨΥΧΩΝ ΤΟ ΜΥΝΗΜΑ
Στο τόπο του μαρτυρίου μας,
Στο τόπο το μοιραίο,
Μνημείο να υψώσετε
Μαρμάρινο, ωραίο
Και γύρω να φυτέψετε
Μυρτιές και κυπαρίσσια,
λουλούδια που το νέκταρ τους
να το τρυγούν μελίσσια.
Και μια Εκκλησιά να χτίσετε
Στη Παναγιά, γιατ΄ εκείνη
Πολλές ψυχές εγλύτωσε
Απ΄ το φλεγόμενο καμίνι.
Και πενήντα οχτώ να φτιάσετε
Στην εκκλησιά στασίδια,
Να τα βελουδοντύσετε
Να βάλετε στρωσίδια.
Νάρχονται οι ψυχούλες μας
Σ΄αυτά να ξαποστάζουν
Και δάκρυα αστείρευτα
Τα μάτια σας να στάζουν.
Οταν του Ευαγγελισμού,
Χαρμόσυνες, θα κτυπούν οι καμπάνες,
θα σας θυμίζουν τα ορφανά,
τες πονεμένες μάννες,
το «Αβε Μαρία», το τραγικό
του κινηματογράφου
και το φτωχό χορτάριασμα
του απέριττου μας τάφου.
Κάστρον Σεπτέμβριος 1939
ΛΕΣΒΙΟΣ



